Michel Husson, « Ο ευρω-φιλελεύθερος μοχλός »

par panos

e03b76c4-d4fb-41d2-a84b-ee1cfb22bf84

Michel Husson, « Ο ευρω-φιλελεύθερος μοχλός », στο Σταύρος Τομπάζος, Ευρώπη. Ποια Ευρώπη; Κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εναλλακτικές πολιτικές, Πολύτροπον, 2008 (fr-gr)

(Michel Husson « Le levier euro-libéral ») 

ISBN 976-960-8354-81-4, Σελίδες 27-59

*

Στη Γαλλία, κατά τη διάρκεια της διαμάχης για το ευρω-σύνταγμα, οι υποστηρικτές της συνταγματικής συνθήκης κατηγόρησαν συστηματικά και επανειλημμένα τους αντιπάλους τους υποστηρικτές του «Όχι» σαν πολέμιους της ίδιας της Ευρώπης. Η κατηγορία αυτή θεμελιώθηκε κατά παράδοξο τρόπο στο επιχείρημα ότι η μοναδική οδός προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση περνά μέσα από την εν λόγω συνταγματική συνθήκη. Στο παρόν κεφάλαιο επιχειρούμε μια κριτική αυτού του «αξιώματος». Θα προσπαθήσουμε να δείξουμε τόσο ότι η ευρω-φιλελεύθερη οδός πρέπει να απορριφθεί εξαιτίας των καταστροφικών οικονομικών και κοινωνικών της συνεπειών όσο και ότι, ευτυχώς, δεν αποτελεί τη μόνη οδό.

Η φύση της ευρωπαϊκής συγκρότησης

Η φύση της ευρωπαϊκής συγκρότησης άλλαξε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η δε Ενιαία Πράξη του 1986 μπορεί να θεωρηθεί η συντακτική πράξη της ευρω-φιλελεύθερης φάσης.

Το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας γεννήθηκε την επαύριο του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου στο σταυροδρόμι δύο αναγκαιοτήτων. Η πρώτη ήταν η συγκρότηση ενός ευρωπαϊκού πόλου ανεξάρτητου από τις δυο μεγάλες δυνάμεις της εποχής: Αφενός έπρεπε να ορθωθεί απέναντι στη Σοβιετική Ένωση ένα ενιαίο μέτωπο –εν είδει αναχώματος στην εξάπλωση του «σοσιαλιστικού μπλοκ»- και αφετέρου να επιβληθεί ένα πολιτικό πλαίσιο με στόχο την εξάλειψη κάθε ενδεχόμενου επαναστατικής κρίσης στη Δύση. Απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να διασφαλιστεί ότι το σχέδιο Μάρσαλ, που στόχευε στην ανοικοδόμηση, δεν θα επέβαλλε στις χώρες που το καρπώνονταν μια παρατεταμένη εξάρτηση. Ωστόσο, ανεξαρτησία έναντι των δύο μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων δεν σήμαινε συμμετρική ουδετερότητα, ακόμα δε λιγότερο εναντίωση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το σχέδιο της ευρωπαϊκής συγκρότησης ήταν για τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές χώρες ένα μέσο διεκδίκησης του ρόλου ενός αυτόνομου εταίρου στους κόλπους του δυτικού μπλοκ.

Η δεύτερη αναγκαιότητα ήταν κυρίως οικονομικής φύσης και αφορούσε το συντονισμό και το σχεδιασμό της ανοικοδόμησης. Εξ ου και η ίδρυση της ΕΚΑΧ (Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα), της πρώτης ευρωπαϊκής θεσμικής αρχής, με στόχο τον ποσοτικό συντονισμό της παραγωγής των δύο βασικών πρώτων υλών της εποχής.

Το σχέδιο όμως ήταν ακόμη πιο φιλόδοξο, στο μέτρο που περιλάμβανε και τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άμυνας (ΕΚΑ) ή, με άλλα λόγια, ενός θεσμικού οργάνου συντονισμού των ευρωπαϊκών στρατών. Όμως αυτή η πρόταση αποδείχθηκε πρόωρη, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι το 1954 καταψηφίστηκε από το γαλλικό Κοινοβούλιο, με το επιχείρημα ότι θα άνοιγε την πόρτα στον επανεξοπλισμό της Γερμανίας. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η ευρωπαϊκή κοινότητα αναδιπλώθηκε στις οικονομικές της εκφάνσεις, ενώ η υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης το 1957 επικύρωνε ήδη την υιοθέτηση επί της αρχής της οικονομίας της αγοράς. Στην πράξη, όμως, οι πολιτικές που ασκήθηκαν κατά την εποχή αυτή επιχειρούσαν να συμβιβάσουν τη γερμανική «κοινωνική οικονομία της αγοράς» και τη γαλλική «κρατική παρέμβαση». Αυτές ήταν εξάλλου οι κοινές αναφορές των έξι χωρών (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Κάτω Χώρες, Λουξεμβούργο) που ίδρυσαν την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ).

Ο κρατικός παρεμβατισμός, η ύπαρξη ενός σημαντικού δημόσιου τομέα και τα διευρυμένα συστήματα κοινωνικής προστασίας αποτελούσαν χαρακτηριστικά κάθε μιας από αυτές τις χώρες. Η μόνη όμως πραγματικά κοινή πολιτική που εφαρμόστηκε κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ). Παρ’όλα αυτά, η εντατικοποίηση που παρατηρήθηκε στις ενδο-κοινοτικές συναλλαγές ήταν κατά κύριο λόγο προϊόν μιας δυναμικής που πυροδοτήθηκε από εθνικές πολιτικές γειτονικών χωρών, παρά το αποτέλεσμα μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής. Κάτι παρόμοιο γνώρισαν και οι επτά χώρες (Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστρία, Δανία, Σουηδία, Ελβετία, Νορβηγία και Πορτογαλία) που το 1960 ίδρυσαν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΚΕΣ).

Η αυστηρά αποκαλούμενη ευρωπαϊκή πολιτική επικεντρώθηκε στην αναζήτηση μιας εναρμόνισης, κατά προτεραιότητα των οικονομικών και κοινωνικών συστημάτων. Η βασική ώθηση όμως δεν ήταν τόσο απόρροια ενός συντονισμού ευρωπαϊκής κλίμακας όσο ενός συντονισμού διακριτών εθνικών λογικών στις οποίες την εποχή αυτή επικρατούσε ο λεγόμενος φορντισμός. Σχηματικά, η οικονομική βάση του συγκεκριμένου μοντέλου συνίστατο στην ταχεία αύξηση της παραγωγικότητας σε συνδυασμό με τη σχετική ισορροπία των κοινωνικών δυνάμεων. Η αύξηση της παραγωγικότητας βελτίωνε την αγοραστική δύναμη των μισθωτών είτε άμεσα (υπό τη μορφή μισθολογικής αύξησης) είτε έμμεσα (υπό τη μορφή ενίσχυσης του κοινωνικοποιημένου μισθού, για την υγεία και τις συντάξεις). Με άλλους όρους, η σημαντική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των μισθών αντισταθμιζόταν από την αύξηση της παραγωγικότητας, κατά τρόπο που τα ποσοστά κέρδους μπορούσαν να διατηρηθούν σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο για το κεφάλαιο.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 το συγκεκριμένο μοντέλο θα αναμετρηθεί με μια διπλή κρίση. Η μια της έκφανση προέκυψε από τη διεύρυνση της διαδικασίας της «διεθνοποίησης» (την εποχή αυτή δεν έχει ακόμα εισαχθεί ο όρος «παγκοσμιοποίηση»). Αν και οι μεγάλοι οικονομικοί όμιλοι διατηρούν πολύ ισχυρούς δεσμούς με τις χώρες καταγωγής τους, ο ορίζοντας των δραστηριοτήτων τους επεκτείνεται ήδη πέρα από την αγορά της Ευρώπης. Κατά συνέπεια καλούνται να ανταγωνιστούν αντίστοιχους ομίλους των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ιαπωνίας, οι οποίοι πολλαπλασιάζουν τις επενδύσεις τους στην Ευρώπη. Στο εξής βρίσκονται αντιμέτωπες δύο διακριτές στρατηγικές, οι οποίες μάλιστα θα προσωποποιηθούν στη Γαλλία από δύο πολιτικούς της Δεξιάς, τους Πομπιντού και Ζισκάρ. Ο πρώτος εγγράφεται στην γκολική παράδοση, την οποία επιδιώκει να συνεχίσει. Η στρατηγική του συνίσταται στη διατήρηση της άμεσης συνεργασίας ανάμεσα σε μεγάλους οικονομικούς ομίλους και δημόσιους τομείς, με στόχο την ενίσχυση των «εθνικών πρωταγωνιστών» στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού. Ο δεύτερος αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των πιο «διεθνοποιημένων» τμημάτων του κεφαλαίου και προτείνει μια «βιομηχανική αναδιάρθρωση» ή με άλλα λόγια να διαρραγούν οι δεσμοί ανάμεσα στις μεγάλες επιχειρήσεις και το κράτος και να προκριθούν οι διεθνείς στρατηγικές που χαράσσουν οι ισχυροί όμιλοι.

Πρέπει εδώ να επισημάνουμε ότι κανένα σημαντικό τμήμα του κεφαλαίου δεν πρότεινε τη συγκρότηση ενός πραγματικά ευρωπαϊκού κεφαλαίου, στο οποίο θα μπορούσε να συμβάλει η σύσταση «πρωταθλητών» που δεν θα ήταν πλέον ούτε «εθνικοί» ούτε άμεσα «διεθνοποιημένοι». Πρόκειται αναμφίβολα για τον κρίκο που έλειψε από την αλυσίδα της ευρωπαϊκής συγκρότησης: ανάμεσα στην πρόκριση των εθνικών λογικών και το απόλυτο άνοιγμα στη διεθνή αγορά δεν υπήρξε ποτέ ένα πραγματικό σχέδιο ευρωπαϊκής ένταξης που να θεμελιώνεται σε προνομιακές συμφωνίες ανάμεσα σε μεγάλους ευρωπαϊκούς ομίλους. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχει ευρωπαϊκό κεφάλαιο και ότι η ευρωπαϊκή συγκρότηση, σε αντίθεση με ανάλογες ιστορικές εμπειρίες, δεν δρομολογείται μέσω μιας συσσώρευσης και επικέντρωσης των κεφαλαίων στο υπό διαμόρφωση νέο οικονομικό πεδίο.

Ο δεύτερος παράγοντας κρίσης του φορντικού μοντέλου είναι η εξάντληση των ίδιων των δυνατοτήτων του. Ο φορντισμός δεν ήταν κάποιο συνώνυμο του παραδείσου, αλλά ένα διαχειριστικό μοντέλο στην υπηρεσία ενός καθεστώτος εκμετάλλευσης και ανισοτήτων. Οι κοινωνικοί αγώνες της εποχής εναντιώνονται στην καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας που θεμελιώνεται στην εντατικοποίηση και καθιστούν σαφές ότι ο ισχύων «κοινωνικός συμβιβασμός» δεν ικανοποιεί πλέον τους εργαζόμενους. Αυτή η εναντίωση συμπίπτει χρονικά με την πτώση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας, ο οποίος δεν συντονίζεται πια με την αύξηση της αγοραστικής δύναμης. Η γενικευμένη ύφεση του 1974-75 θα επιφέρει απότομη πτώση των ποσοστών κέρδους, πυροδοτώντας την ανοιχτή πλέον κρίση.

Η αλλαγή περιόδου θα επέλθει σταδιακά. Η πρώτη απάντηση στην κρίση θα ανατρέξει στις συνήθεις κεϊνσιανές λύσεις: ανάκαμψη της οικονομίας μέσω του προϋπολογισμού, προσφορά χρήματος στο οικονομικό κύκλωμα. Πολύ σύντομα όμως αποδεικνύεται ότι τα συγκεκριμένα μέτρα δεν έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αντί να συμβάλλουν στην ανάκαμψη της οικονομικής μηχανής, οδηγούν σε μια πρωτόγνωρη συγκυρία που συνδυάζει οικονομική στασιμότητα και πληθωρισμό [:o όρος «Stagflation» είναι συνδυασμός των όρων «stagnation» (στασιμότητα) και «inflation» (πληθωρισμός), ΣτΜ.].

Η δεύτερη γενικευμένη ύφεση (1980-81) θα δώσει τη χαριστική βολή και θα ανοίξει το δρόμο στην εφαρμογή ριζικά νέων πολιτικών. Πρόκειται για τη μεγάλη νεοφιλελεύθερη στροφή που θα πραγματοποιηθεί με την ανάληψη της εξουσίας από κυβερνήσεις υπερ-φιλελεύθερες (Μάργκαρετ Θάτσερ) στο Ηνωμένο Βασίλειο), φιλελεύθερες (Χέλμουτ Σμιντ στη Γερμανία) ή σοσιαλ-φιλελεύθερες (γαλλική Αριστερά).

Η νεοφιλελεύθερη στροφή θα αποδώσει κι ένα νέο ρόλο στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης: το ρόλο του «μέσου» για μια νέα οικονομική οργάνωση. Δύο λόγοι συνηγορούν σε κάτι τέτοιο. Ο πρώτος είναι η απότομη και βίαιη επιβολή των όρων της οικονομίας. Στην πραγματικότητα, ένα από τα μέσα άσκησης πίεσης που θα χρησιμοποιήσουν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι ο «οικονομικός αντίκτυπος» της ραγδαίας ανόδου των επιτοκίων που αποφάσισαν οι ΗΠΑ το 1979. Πρόκειται για προσπάθεια που επιδιώκει να ανταποκριθεί αφενός στην ανάγκη για επάνοδο στην αναδιανομή των εισοδημάτων και αφετέρου στη στρατηγική των πολυεθνικών που, προκειμένου να αποφύγουν την κρίση, προσφεύγουν σε μια διπλή αναδιάρθρωση: παραγωγική και οικονομική. Ένας δεύτερος λόγος είναι ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο παρέχει τη δυνατότητα συντονισμού των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που ασκούνται σε κάθε χώρα ξεχωριστά περιβάλλοντάς τες, εξαιτίας του εύρους τους, με ένα είδος ενισχυμένης νομιμότητας. Από αυτή τη στιγμή και ύστερα, η ευρωπαϊκή συγκρότηση θα υποταχθεί εξ ολοκλήρου σε αυτούς τους στόχους.

Μετά από μια περίοδο που χαρακτηρίστηκε από ραγδαία πτώση των μισθών και απορύθμιση των οικονομικών αγορών, η νεοφιλελεύθερη στροφή θα βρει και τη συμβολική της επικύρωση με την υπογραφή της ευρωπαϊκής Ενιαίας Πράξης του 1986. Η Ενιαία Πράξη αποτελεί το εναρκτήριο λάκτισμα για την καθιέρωση, την 1η Γενάρη 1993, της «ενιαίας αγοράς», η οποία εμπεριέχει τον προσανατολισμό προς την υιοθέτηση ενιαίου νομίσματος και τη σχεδόν καθολική άρση των φορολογικών δασμών που ίσχυαν ακόμα μεταξύ των χωρών. Υπό αυτή την έννοια, το σχέδιο της μεγάλης αγοράς έρχεται να επικυρώσει τη θεμελιώδη αρχή της Συνθήκης της Ρώμης: την αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ωστόσο, η εν λόγω αρχή εφαρμόζεται ειδικότερα στην αγορά του δημόσιου τομέα των κρατών-μελών, που μέχρι τότε επέτρεπε την εξύφανση άμεσων δεσμών ανάμεσα στην κρατική διακυβέρνηση και τις μεγάλες εθνικές εταιρείες (κάτι που αποκλήθηκε κρατικός μονοπωλιακός καπιταλισμός). Πιο συγκεκριμένα, η Ενιαία Πράξη θα χρησιμεύσει σαν άλλοθι για τα μεγάλα κύματα ιδιωτικοποιήσεων που θα πλήξουν το σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών από τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Η συγκεκριμένη λοιπόν ημερομηνία επισφραγίζει μια θεμελιώδη μεταστροφή σε ό,τι αφορά την ίδια τη μέθοδο συγκρότησης της Ευρώπης –μια μεταστροφή που οι υποστηρικτές της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης θέλουν σήμερα να υποβαθμίσουν, αν όχι να εξαφανίσουν: την αντικατάσταση της μεθόδου της εναρμόνισης από την μέθοδο του ανταγωνισμού των κοινωνικών συστημάτων.

Οι βασικοί άξονες της νεοφιλελεύθερης επίθεσης

Με αφετηρία την Ενιαία Πράξη του 1986, η νεοφιλελεύθερη επίθεση πλήττει σταδιακά και συντονισμένα κάθε έκφανση της δημόσιας ζωής. Η διάρθρωση όμως ανάμεσα σε εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές ποικίλλει ανάλογα με τα πεδία εφαρμογής τους. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί αναλαμβάνουν το συντονισμό των διαφορετικών εθνικών πολιτικών –οι οποίες σε κάθε περίπτωση έχουν τον ίδιο προσανατολισμό– και τον καθορισμό του χρονοδιαγράμματος των «μεταρρυθμίσεων». Μπορούν όμως να παρέμβουν και με πιο άμεσο τρόπο, επιβάλλοντας Οδηγίες που έχουν χαρακτήρα και ισχύ νόμων. Είναι κατά κύριο λόγο η μέθοδος που ακολουθείται στην περίπτωση της «απελευθέρωσης» των δημόσιων υπηρεσιών και του «ανοίγματος στον ανταγωνισμό» των κοινωνικών συστημάτων.

1. Η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών

Είδαμε ότι το φιλελεύθερο δυναμικό της Συνθήκης της Ρώμης δεν εκφράστηκε παρά με την καθιέρωση της Μεγάλης Αγοράς που συνοδεύτηκε από ένα κύμα ιδιωτικοποίησης στο δημόσιο τομέα των κρατών-μελών. Σε αυτή τη διαδικασία οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, δεδομένου ότι ανέλαβαν την επεξεργασία και εισήγηση των λεγόμενων Λευκών (ή Πράσινων) Βίβλων. Πρόκειται για κείμενα που ενώ αρχικά δεν είχαν καμία περιοριστική ισχύ, στη συνέχεια υιοθετήθηκαν υπό τη μορφή Οδηγιών (ευρωπαϊκών νόμων) και εφαρμόστηκαν στους πιο διαφορετικούς τομείς: ταχυδρομεία, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές (εναέριες, θαλάσσιες, οδικές και σιδηροδρομικές), ηλεκτρισμό.

Η διαδικασία ιδιωτικοποιήσεων επικαλέστηκε ταυτόχρονα το φιλελεύθερο δόγμα και το ευρωπαϊκό πρόταγμα. Ο Karl Van Miert, ευρωπαίος επίτροπος σε ζητήματα ανταγωνισμού, σημειώνει ότι «ο ανταγωνισμός ασκεί μια διαρκή πίεση στο κόστος των υπηρεσιών, το οποίο υπό καθεστώς μονοπωλίου ανέρχεται σε υπερβολικά επίπεδα» . Ο ίδιος χαρακτηρίζει τους «τομείς που παραδοσιακά οργανώνονται από τα κράτη-μέλη υπό μορφή μονοπωλίων (ενέργεια, νερό, τηλεπικοινωνίες)» σαν «τα πιο σημαντικά εμπόδια» για την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μια πρώτη κριτική στο συγκεκριμένο δόγμα μπορεί να στηριχθεί στο γεγονός ότι η υποτιθέμενη αναποτελεσματικότητα των υπό ιδιωτικοποίηση τομέων δεν συντονίζεται στην πράξη με το ζήλο για ιδιωτικοποιήσεις. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, οι ιδιωτικοποιήσεις ξεκίνησαν από τους πλέον αποτελεσματικούς (και σίγουρα κερδοφόρους) τομείς. Τι εννοούμε όμως με τον όρο «αποτελεσματικότητα»; Οι νεοφιλελεύθεροι αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα των ιδιωτικοποιήσεων χρησιμοποιώντας σαν κριτήριο τα κέρδη των επιχειρήσεων. Η πραγματικότητα όμως είναι τελείως διαφορετική αν ανατρέξουμε στην κοινωνική αποτελεσματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών ή, με άλλα λόγια, στην ικανότητά τους να ανταποκρίνονται με ισονομία στις κοινωνικές ανάγκες. Επίσης, το αποτέλεσμα των ιδιωτικοποιήσεων δεν είναι άλλο από την αύξηση των τιμών και το σταδιακό αποκλεισμό των φτωχών.

Αν μια πρώτη κριτική αφορά στις κοινωνικές συνέπειες των ιδιωτικοποιήσεων, μια δεύτερη μπορεί να εστιάζει στον κυριολεκτικά αντιευρωπαϊκό τους χαρακτήρα. Η αποδιάρθρωση των δημόσιων τομέων αντιτίθεται σε κάθε προοπτική άσκησης μιας διαρθρωτικής πολιτικής και, υπό αυτή την έννοια, αποκλείει εκ των πραγμάτων τη δημιουργία ενός ομοιογενούς οικονομικού πεδίου. Πώς είναι δυνατή η επίλυση μιας σειράς θεμελιωδών ζητημάτων χωρίς την παρέμβαση δημόσιων φορέων; Ας μείνουμε στο παράδειγμα της ενέργειας και των μεταφορών. Η Γαλλία επιδίδεται σε κατάχρηση της πυρηνικής ενέργειας, ενώ η Γερμανία στοχεύει στη σταδιακή κατάργησή της. Πώς είναι δυνατόν να βρεθεί κοινή λύση, ή ακόμα και να επιτευχθεί συντονισμός σε μια τέτοια κατεύθυνση, χωρίς τους μοχλούς της δημόσιας παρέμβασης; Πώς είναι πάλι δυνατόν να επιλέξουμε ανάμεσα σε οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές έχοντας ήδη ιδιωτικοποιήσει και τους αυτοκινητόδρομους και τα σιδηροδρομικά δίκτυα; Κι αν, αντί να κατακερματίσουμε τους δημόσιους τομείς καθιστώντας τους βορά ενός εν πολλοίς τεχνητού ανταγωνισμού, προβαίναμε στη διασύνδεση των εθνικών δικτύων θέτοντάς τα υπό την αιγίδα ενός ενιαίου ευρωπαϊκού ρυθμιστικού οργάνου;

Σήμερα διαθέτουμε μια ενιαία αγορά κι ένα ενιαίο νόμισμα. Γιατί όμως δεν διαθέτουμε κι έναν «κοινό» ευρωπαϊκό φορέα ενέργειας, ένα «ενιαίο» ταχυδρομείο, ένα «ενιαίο» δίκτυο σιδηροδρόμων κ.λ.π.; Πρόκειται αναμφίβολα για αξιώσεις που αντανακλούν μια διαφορετική αντίληψη και όραμα για την ευρωπαϊκή συγκρότηση και ολοκλήρωση, και βρίσκονται σε ευθεία αντιπαράθεση με την Συνταγματική Συνθήκη που καταψηφίστηκε στη Γαλλία και την Ολλανδία, η οποία απαγορεύει κάθε βοήθεια υπό μορφή επιδότησης ή επιχορήγησης που «δημιουργεί ή θα μπορούσε να δημιουργήσει προσκόμματα στον ανταγωνισμό ευνοώντας κάποιες επιχειρήσεις ή κάποιους τομείς παραγωγής».

2. Το άνοιγμα των κοινωνικών συστημάτων στον ανταγωνισμό

Η διεύρυνση της Ένωσης σε νέα κράτη-μέλη επανέφερε με επιτακτικό τρόπο το ερώτημα: πώς οργανώνεται ένας κοινός οικονομικός χώρος όταν καλούνται να συνυπάρξουν σ’ αυτόν χώρες με σημαντικές αποκλίσεις σε ό,τι αφορά τόσο την παραγωγικότητα και τους μισθούς όσο και την εξειδίκευση των τομέων παραγωγής; Στο πλαίσιο της συζήτησης για την ευρωπαϊκή συγκρότηση δόθηκαν δύο απαντήσεις. Η πρώτη πρόβαλλε σαν βασικό μοχλό την εναρμόνιση, η δεύτερη τον ανταγωνισμό. Η οικονομική βάση της οδού της εναρμόνισης συνίσταται στην σύγκλιση της παραγωγικότητας των χωρών που αρχικά υστερούν σε σχέση με τις πιο παραγωγικές χώρες, πράγμα που οδηγεί και στην αύξηση των μισθών στις πρώτες. Με αυτόν τον τρόπο οι αρχικές αποκλίσεις μειώνονται και επιτυγχάνεται σταδιακά η σύγκλιση προς τα πάνω. Οι χώρες που ευνοούνται αναβαθμίζονται βιομηχανικά ξεφεύγοντας από τους τομείς όπου το χαμηλό εργατικό κόστος παίζει πρωταρχικό ρόλο. Αντίθετα, μπορούν να εστιάσουν σε άλλους τομείς, επιτυγχάνοντας τη σταδιακή σύγκλιση και σε ό,τι αφορά την εξειδίκευση των παραγωγικών τομέων.

Μια τέτοια διαδικασία δεν είναι όμως αυτόματη. Στην αρχή, οι χώρες που συγκλίνουν πρέπει να δεχθούν μιαν αύξηση των τιμών ταχύτερη από την αύξηση της παραγωγικότητας και να τύχουν επιδοτήσεων που θα υποστηρίζουν τη σύγκλιση. Στη συνέχεια, καλούνται να καθορίσουν μια νόρμα αυξήσεων στους μισθούς σε συνάρτηση με την παραγωγικότητα, κάτι που συνηθέστερα επιτυγχάνεται με κοινωνικούς αγώνες. Η διαδικασία αυτή ακολουθήθηκε κατά την ένταξη των μεσογειακών χωρών (Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα) στην Ένωση.

Ωστόσο, από τη στιγμή που προκρίθηκε ο ανταγωνισμός, η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη λογική εγείρει ανυπέρβλητα εμπόδια στην ολοκλήρωση του παραπάνω σεναρίου. Καταρχήν, περικόπτει τις επιδοτήσεις περιορίζοντας τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και απαγορεύοντας τόσο τη δημιουργία νέων οικονομικών πόρων όσο και τη δυνατότητα προσφυγής σε δάνεια. Στη συνέχεια, αναγορεύει τη σταθερότητα των τιμών σε απόλυτη προτεραιότητα, μειώνοντας ταυτόχρονα τις δυνατότητες διορθωτικής προσαρμογής και σύγκλισης. Τα νέα κράτη μέλη καλούνται εκ των πραγμάτων να εφαρμόσουν τα περιβόητα κριτήρια του Μάαστριχτ, ακόμα κι αν τα νομίσματά τους δεν έχουν ακόμα ενταχθεί στην ευρωζώνη. Τέλος, και κυριότερα, η φιλελεύθερη επιλογή αντιτίθεται σε κάθε μισθολογική νόρμα, ενώ ταυτόχρονα η απόλυτη ελευθερία κίνησης των κεφαλαίων ασκεί πολύ ισχυρή πίεση στην κατεύθυνση της μείωσης των μισθών.

Οι συνέπειες αυτού του σεναρίου βρίσκονται στον αντίποδα των αντίστοιχων της εναρμόνισης. Ο ανταγωνισμός αφενός εμποδίζει την αύξηση της παραγωγικότητας να συντονίζεται με την αύξηση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και αφετέρου αναγκάζει τις χώρες να παλινδρομήσουν σε μια αυστηρή εξειδίκευση της παραγωγής. Είναι θεμελιώδης ανάγκη να καταλάβουμε πώς αυτή η κατάσταση είναι αρνητική για το σύνολο των εργαζομένων, ανεξάρτητα από το «επίπεδο» της χώρας όπου εργάζονται, δεδομένου ότι ο γενικευμένος ανταγωνισμός αποτελεί πάγιο εμπόδιο στην αύξηση των μισθών τόσο στις πλούσιες όσο και στις φτωχότερες χώρες. Οι μισθολογικές ανισότητες αυξάνονται και οι «μεταρρυθμίσεις» στα συστήματα κοινωνικής ασφάλειας, που υποτάσσονται στον ανταγωνισμό, επιδεινώνουν την κατάσταση των μισθωτών. Η άνιση κατανομή του πλούτου οδηγεί στο πάγωμα της διαδικασίας τόσο της ανάπτυξης όσο και της δημιουργίας θέσεων εργασίας, ενώ το συσσωρευμένο κεφάλαιο επανεπενδύεται στον υπόλοιπο κόσμο.

Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ακολούθησαν με σαφήνεια την οδό του ανταγωνισμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίφημη Οδηγία για τις υπηρεσίες, γνωστή και με το όνομα του εισηγητή της, Μπολκεστάιν, η οποία στοχεύει στη νομιμοποίηση του άμεσου ανταγωνισμού ανάμεσα στους εργαζόμενους για το σύνολο της ευρωπαϊκής επικράτειας. Δεν είναι τυχαίο ότι η εν λόγω Οδηγία βρέθηκε στην καρδιά της γαλλικής αντιπαράθεσης για το ευρω-σύνταγμα ως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της απόπειρας συνταγματικής θέσπισης του ανταγωνισμού. Υπό αυτή την έννοια, το «Όχι» της γαλλικής Αριστεράς εξέφρασε με σαφήνεια μια επιλογή που υπεραμύνεται της λογικής της εναρμόνισης. Μακριά από το να είναι ξενοφοβικό, επέτρεψε την επαναφορά μιας υπερεθνικής ταξικής αντίληψης, με αφετηρία την παραδοχή ότι παντού στην Ευρώπη αυτοί που επωφελούνται από τον γενικευμένο ανταγωνισμό των εργαζομένων είναι το πλουτοκρατικό κατεστημένο.

Οι αντινομίες ενός οικονομικού μοντέλου

Το ευρω-φιλελεύθερο μοντέλο εδράζεται στο τρίπτυχο: ενιαίο νόμισμα, Σύμφωνο Σταθερότητας, ευρωπαϊκός προϋπολογισμός. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, μιας δεκαετίας που αποδείχθηκε καταστροφική τόσο για την ανάπτυξη όσο και για την απασχόληση, το συγκεκριμένο μοντέλο φάνηκε να αποφέρει καρπούς. Την περίοδο 1997-2001 δημιουργήθηκαν δέκα εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάτι τέτοιο προβλήθηκε σαν η απόδειξη ότι η ευρω-ζώνη είναι δυνατόν να συνδυάσει τα κριτήρια τύπου Μάαστριχτ με μια οικονομική πολιτική που θα ευνοεί την απασχόληση. Η μεταστροφή της οικονομικής συγκυρίας ήρθε πολύ σύντομα να διαψεύσει τέτοιες αυταπάτες. Πρέπει μάλιστα να σημειώσουμε ότι προτού ακόμα αυτές οι θεωρήσεις διαψευστούν από την ίδια την πραγματικότητα, είχε ήδη γίνει σαφές ότι οι επιτυχίες που σημειώθηκαν δεν οφείλονταν τόσο στη συστηματική εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων μέτρων όσο στη χαλάρωση των περιοριστικών ρυθμίσεων στα πεδία του νομίσματος, της οικονομίας και του προϋπολογισμού.

Μετά από τη μικρή αυτή παρένθεση ξαστεριάς και ευνοϊκών ανέμων, η τρικυμία δεν άργησε να ξεσπάσει. Η τιμή του δολαρίου άρχισε να πέφτει και η λιτότητα σε μισθούς και προϋπολογισμό επανήλθε. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτίμησε να κάνει λόγο για «μη αναμενόμενη επιβράδυνση», χωρίς να προβεί σε έναν πραγματικό απολογισμό. Μια τέτοια όμως μεταστροφή της γενικότερης οικονομικής συγκυρίας δεν ήταν παρά το προϊόν των ίδιων των πολιτικών που εισηγήθηκε η Επιτροπή, και η απόδειξη των αντιφάσεων του συγκεκριμένου μοντέλου.

Τα πράγματα καθίστανται προφανή αν εξετάσουμε το «γερμανικό παράδοξο». Μολονότι μέχρι πρόσφατα οι υποστηρικτές της «εθνικής κυριαρχίας» αναφέρονταν στη «γερμανική» Ευρώπη επιδιώκοντας μια ευρω-ζώνη ελάχιστα πιο διευρυμένη από τη ζώνη του μάρκου, τελικά ήταν η καθίζηση της γερμανικής οικονομίας που θεωρήθηκε υπεύθυνη για την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης συνολικά στην Ευρώπη.

Ωστόσο, η αντίθεση ανάμεσα στις προσδοκίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τις συνέπειές της στη γερμανική οικονομία υπογραμμίζει με τον καλύτερο τρόπο ένα ευρέως αποδεκτό συμπέρασμα: «το Σύμφωνο Σταθερότητας είναι απλούστατα ανόητο», όπως διακήρυξε ο νυν πρωθυπουργός της Ιταλίας Ρομάνο Πρόντι που διετέλεσε και πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το Σύμφωνο Σταθερότητας υιοθετήθηκε σε μια ευνοϊκή οικονομική συγκυρία, αλλά στάθηκε ανίκανο να αντισταθεί στην πρώτη τρικυμία. Οι λόγοι αυτής της «ανοησίας» είναι πλέον γνωστοί. Το Σύμφωνο Σταθερότητας υποχρεώνει τις χώρες να προβούν στη λήψη πρόσθετων μέτρων εξισορρόπησης του προϋπολογισμού ακόμα και σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, όταν δηλαδή ο προϋπολογισμός θα έπρεπε να παίξει υποστηρικτικό ρόλο στη ζήτηση. Οι προσπάθειες της Επιτροπής να καθορίσει τους στόχους του προϋπολογισμού κατά τρόπο που να μην λαμβάνεται υπόψη μια συγκυριακή επιδείνωσή του αποσκοπούν πολύ περισσότερο στη διάσωση του δόγματος παρά στην αλλαγή της βαθύτερης λογικής του Συμφώνου.

Όμως τα προβλήματα είναι πιο βαθιά και δεν αντιμετωπίζονται με συγκυριακές ρυθμίσεις. Ενώ ο ρόλος της ευρωπαϊκής συγκρότησης ήταν η διαμόρφωση ενός κοινού οικονομικού πεδίου, κατά τη δεκαετία του ’90 παρατηρούμε την ενίσχυση των αποκλίσεων σε δύο επίπεδα. Στο παγκόσμιο επίπεδο, τα ποσοστά ανάπτυξης των ΗΠΑ ξεπέρασαν τα αντίστοιχα της Ευρώπης (περισσότερο από μία μονάδα του ΑΕΠ), παρά την ισοδυναμία που τα χαρακτήριζε κατά τη δεκαετία του ’80. Αποκλίσεις όμως παρατηρούνται και στο ίδιο το ευρωπαϊκό επίπεδο. Κατά την τελευταία δεκαετία, κι ενώ ο μέσος όρος ανάπτυξης για το σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών ήταν της τάξης του 2%, τα ποσοστά της ζώνης «φράγκο-μάρκο» (Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο) ήταν σαφώς κατώτερα του μέσου όρου, ενώ άλλες χώρες (Ισπανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Σουηδία και Φινλανδία) γνώρισαν ποσοστά ανάπτυξης παραπλήσια με αυτά των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αυτή η απόκλιση στους ρυθμούς μεγέθυνσης παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο οι εθνικές οικονομίες εντάσσονται στην παγκόσμια αγορά. Παρουσιάζουν διαφορετικούς βαθμούς ευαισθησίας ως προς τον ανταγωνισμό με κριτήριο τις τιμές, διαφορετική ικανότητα προσαρμογής στην παγκόσμια ζήτηση και διαφορετική ικανότητα να προσελκύουν κεφάλαια. Όλες αυτές οι διαφορές δεν τις καθιστούν μια ενιαία κοινότητα συμφερόντων, αλλά τονίζουν την μεταξύ τους αποστασιοποίηση βάσει δύο κύριων κριτηρίων: την ειδίκευσή τους σε προϊόντα ελαστικά ως προς την τιμή και το βαθμό αποδοχής της υπεροχής των Ηνωμένων Πολιτειών από τη κάθε εθνική οικονομία.

Αυτή είναι εξάλλου η βάση της αντίθεσης ανάμεσα στο γαλλο-γερμανικό πόλο και τις άλλες μεγάλες χώρες της Ένωσης, κυρίως με το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιταλία και την Ισπανία. Οι χώρες αυτές αποδεικνύεται πώς δεν έχουν ιδιαίτερη ανάγκη από μια συμπαγή θεσμική ή συνταγματική ενσωμάτωση, μια βιομηχανική πολιτική και μια δομική ανταγωνιστικότητα ούτε ακόμα κι από το ίδιο το ευρώ, όπως καταδεικνύει η βρετανική περίπτωση. Ειδικότερα το Ηνωμένο Βασίλειο είναι φορέας ενός μοντέλου διακριτού και αρκετά κοντινού σε αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών, αν λάβουμε υπόψη την εξάρτησή του από τη ροή των κεφαλαίων.
Όμως, τέτοιοι παράγοντες απόκλισης αντί να αμβλυνθούν οξύνθηκαν από τους ίδιους τους τρόπους που δρομολογήθηκε η ευρωπαϊκή συγκρότηση, και, πρώτα απ’ όλα, από την αντίληψη που επικράτησε σε ό,τι αφορά την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος. Ένα ενιαίο νόμισμα δεν προϋποθέτει απαραίτητα την απόλυτη ομοιογένεια της νομισματικής ζώνης που συστήνει, προϋποθέτει όμως οπωσδήποτε έναν προϋπολογισμό με προσανατολισμό την ανακατανομή και τη μεταφορά πόρων, προκειμένου να γίνει εφικτή στους κόλπους της ίδιας οντότητας η συνύπαρξη περιοχών με διαφορετικές οικονομικές επιδόσεις. Όμως, εντελώς αντίθετα, η νεοφιλελεύθερη αντίληψη συνίσταται στην περικοπή του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού στο ελάχιστο.

Απαιτείται, επίσης, μια συναλλαγματική πολιτική –και θίγουμε εδώ ένα μελανό σημείο, αν όχι τη «μαύρη τρύπα» της ευρωπαϊκής συγκρότησης. Από την έναρξη της κυκλοφορίας του ευρώ η τιμή του γνώρισε μεγάλες διακυμάνσεις σε σχέση με το δολάριο. Ξεκίνησε με πτώση της τάξης του 30%, για να γνωρίσει στη συνέχεια αντίστοιχη άνοδο. Ωστόσο, η συναλλαγματική σχέση ευρώ-δολαρίου έχει βαρύνουσα σημασία για την οικονομική ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι επηρεάζει τη δυναμική των εξαγωγών. Οι τελευταίες, ευνοήθηκαν από την άνοδο του δολαρίου μεταξύ 1997 και 2001, αλλά βρίσκονται σε δυσχερή θέση από τη στιγμή που άρχισε η τεχνητή του πτώση.

Κάθε ευρωπαϊκή χώρα είναι ευάλωτη σε τέτοιες διακυμάνσεις με άνισο τρόπο, ο οποίος εξαρτάται τόσο από το βαθμό ανοίγματος της οικονομίας της στην παγκόσμια αγορά όσο και από τους όρους της ένταξής της. Οι διακυμάνσεις του δολαρίου λειτουργούν υπό αυτή την έννοια σαν μοχλός που ενισχύει ακόμα περισσότερο τις αποκλίσεις μεταξύ των χωρών. Κι αυτό το φαινόμενο θα ενισχύεται ολοένα και περισσότερο στο μέτρο που δεν υπάρχει, για λόγους πεισματικής εμμονής στο δόγμα, μια συμφωνημένη συναλλαγματική πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σε τι λοιπόν συνίσταται η χρησιμότητα του ευρώ αν όχι στην επίτευξη μιας μεγαλύτερης συνοχής για το σύνολο της Ευρώπης; Σε αντίθεση με κάτι τέτοιο, σήμερα, λειτουργεί σαν μοχλός για τη γενίκευση της μισθολογικής λιτότητας και την επέκτασή της στα πεδία του κοινωνικοποιημένου μισθού (κοινωνική ασφάλεια, συντάξεις, δημόσιες υπηρεσίες). Κατά συνέπεια, το ευρώ στην τρέχουσα μορφή του δεν είναι παρά ένα εργαλείο οικονομικής αστυνόμευσης. Ελλείψει μιας συνεκτικής πολιτικής σε ό,τι αφορά τις συναλλαγματικές ισορροπίες και τα επιτόκια, αλλά και μιας αυτόνομης στάσης έναντι των χρηματιστικών (και άλλων) επιταγών των Ηνωμένων Πολιτειών, η μόνη ρυθμιστική μεταβλητή που απομένει είναι ο μισθός.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι πολιτικές έχουν σαν συνέπεια να καθηλώνουν την ευρωπαϊκή ανάπτυξη, καθώς η μισθολογική ακαμψία έχει σαν τίμημα τη διατήρηση της εσωτερικής ζήτησης σε χαμηλά επίπεδα. Αν μάλιστα το πάγωμα των μισθών συντελείται προς όφελος των μεγάλων εισοδημάτων, αντιλαμβανόμαστε ότι ένας τέτοιος προσανατολισμός δεν ικανοποιεί παρά την αστική τάξη. Αλλά η Ευρώπη δεν είναι μόνη στον κόσμο, και αυτή η ελάχιστα δυναμική συνάρθρωση αφήνει αναπάντητα δύο μεγάλα ερωτήματα. Το πρώτο αφορά την εξειδίκευση της βιομηχανικής παραγωγής. Αν ο όρος βιομηχανική πολιτική έχει μετατραπεί σε ταμπού στο ευρωπαϊκό επίπεδο, οι επιλογές της οικονομικής πολιτικής βρίσκουν τις εφαρμογές τους στον τρόπο εξειδίκευσης της παραγωγής. Κι εδώ η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ακόμα προβεί σε μια σαφή επιλογή. Απεναντίας, έχει θέσει δύο ιδιαίτερα αντιφατικούς στόχους. Από τη μια, θέλει να ελαστικοποιήσει την εργασία προκειμένου να καταστήσει ανταγωνιστικό το κόστος της. Από την άλλη, πλέκει περίτεχνους λόγους στοχεύοντας σε μια οικονομία της γνώσης, των νέων τεχνολογιών κ.λπ. Κινδυνεύει έτσι να αποτύχει σε όλα τα επίπεδα και να βρεθεί μεταξύ σφύρας και άκμονος, δηλαδή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών που έχουν ανακτήσει την τεχνολογική τους πρωτοκαθεδρία και των υπό ανάδυση χωρών που προσφέρουν ιδιαίτερα χαμηλούς μισθούς, τους οποίους η Ευρώπη δεν μπορεί να ανταγωνιστεί ούτε στα πιο τρελά της όνειρα.

Κατά την τελευταία δεκαετία, η σχέση μεταξύ των ποσοστών παραγωγικότητας της εργασίας σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες αντιστράφηκε. Προηγουμένως, και παρά τη γενικευμένη ύφεση, η παραγωγικότητα αυξανόταν με ταχύτερους ρυθμούς στην Ευρώπη. Τα τελευταία όμως χρόνια η ύφεση εντάθηκε, τη στιγμή μάλιστα που η «νέα οικονομία» ενίσχυε ιδιαίτερα την παραγωγικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών. Αν αυτός ο συσχετισμός διαρκέσει, η Ευρώπη θα είναι αναγκασμένη να προσφύγει σε ακόμη μεγαλύτερη μισθολογική λιτότητα προκειμένου να αντισταθμίσει την ολοένα και μεγαλύτερη καθυστέρηση –και μάλιστα οι πιέσεις σε αυτή την κατεύθυνση θα εντείνονται όσο η πτώση της τιμής του δολαρίου θα ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο λόγος που οδήγησε σε αυτή την αντίφαση είναι ότι, προκειμένου να αποδράσει από μια ελάχιστα δυναμική εσωτερική αγορά, η οικονομία στράφηκε στην αναζήτηση άλλων αγορών. Υπό αυτή την έννοια, η γαλλική και η γερμανική περίπτωση μοιάζουν: η μισθολογική λιτότητα οδήγησε σε μια εντυπωσιακή κερδοφορία των πιο μεγάλων επιχειρήσεων. Ακόμα και παρατηρητές που δεν φημίζονται για την κριτική τους στον καπιταλισμό, καταλήγουν να χαρακτηρίσουν υπερβολικά τέτοια κέρδη. Ποια όμως ήταν η απάντηση σε μια μέτρια εσωτερική αγορά που αποθάρρυνε τις επενδύσεις; Η απάντηση ήταν διπλή. Από την μια διανεμήθηκαν μερίσματα (διαδικασία μετοχοποίησης), για να ενισχυθεί με αυτόν τον τρόπο η χρηματιστηριακή διαδικασία, και από την άλλη οι επενδύσεις προσανατολίστηκαν σε αγορές εκτός Ευρώπης. Όμως, ένα τέτοιο σχήμα δεν συμβάλλει παρά στην ακόμα μεγαλύτερη αποδιοργάνωση του ευρωπαϊκού οικονομικού πεδίου, στο μέτρο που ενισχύει τις ανισότητες στην αναδιανομή του εισοδήματος.

Η εγκατάλειψη της προοπτικής μιας πραγματικά ευρωπαϊκής οικονομικής συγκρότησης είναι αναπόφευκτο να οδηγήσει στην επανεμφάνιση της ιδέας μιας «νέας υπερατλαντικής αγοράς». Το 1998 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε πρόταση για τη δημιουργία μιας πραγματικής ζώνης ελεύθερων συναλλαγών ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πρόταση αυτή, που τότε απορρίφθηκε, όπως και η «Πολυμερής Συμφωνία για τις Επενδύσεις», δεν άργησε να επανέλθει στο προσκήνιο. Βρίσκουμε το πνεύμα της σε δυο πρόσφατα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το πρώτο κατατέθηκε με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και προτείνει μια «συμφωνία υπερατλαντικής συνεργασίας». Το δεύτερο, που αποτελεί έμπνευση του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, αναφέρεται επίσης σε «υπερατλαντικές οικονομικές σχέσεις».

Ο ευρω-φιλελευθερισμός εκμεταλλεύεται την ευρωπαϊκή διάσταση, χωρίς όμως την ίδια στιγμή να συνιστά ένα πραγματικά ευρωπαϊκό σχέδιο. Σε αντίθεση για παράδειγμα με το γερμανικό μοντέλο του 19ου αιώνα, η ευρωπαϊκή συγκρότηση δεν είναι η αθροιστική διαμόρφωση μιας νέας οικονομικής οντότητας. Ένας λόγος γι’αυτό είναι ότι οι ευρωπαϊκές χώρες, κάθε μια ξεχωριστά και ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές τους, έχουν εδώ και καιρό εισέλθει στην παγκόσμια αγορά. Η φάση της λεγόμενης «διεθνοποίησης» ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και υπό αυτή την έννοια η σύσταση της ενιαίας αγοράς και η ακόλουθη υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος δεν αποτελούν τις προϋποθέσεις, αλλά τα συμπληρωματικά στάδια της ίδιας φάσης. Παρατηρείται έτσι μια σημαντική διαφορά φάσης ανάμεσα στην ευρωπαϊκή βάση και τον παγκόσμιο στρατηγικό ορίζοντα των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Η ενιαία αγορά δεν αποτελεί τον κύριο στόχο, αλλά μάλλον τη βάση ή την προϋπόθεση ευρύτερων βλέψεων.

Παρ’όλα αυτά, σε αρκετούς τομείς η ευρωπαϊκή συγκρότηση συνεχίζει να υπηρετεί μια λογική «επιλεκτικής» διαμόρφωσης ευρωπαϊκών «πρωταθλητών». Πρόκειται για την αναπαραγωγή, σε ευρωπαϊκή κλίμακα αυτή τη φορά, της γκολικής στρατηγικής των «εθνικών πρωταθλητών», της οποίας ξαναβρίσκουμε τα ίχνη στην έννοια του «οικονομικού πατριωτισμού». Ωστόσο, ένας τέτοιος προσανατολισμός δεν συντονίζεται με την κυρίαρχη στρατηγική, που προσβλέπει στη διαμόρφωση υπερατλαντικών συμμαχιών προκειμένου να επιτευχθεί η άμεση πρόσβαση στο σύνολο των τομέων της παγκόσμιας αγοράς. Είναι σαφές ότι η αλληλοδιαπλοκή των κεφαλαίων οδηγεί πολύ περισσότερο στη διαμόρφωση μιας «υπερατλαντικής οικονομίας» παρά σε δύο διακριτές και ανταγωνιστικές οικονομικές δυνάμεις.

Θεωρητικά, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η διαμόρφωση της ευρωπαϊκής αγοράς ήταν δυνατό να οδηγήσει στην απάλειψη των δασμών σε ό,τι αφορά τη διακίνηση των εμπορευμάτων και των κεφαλαίων στο πλαίσιο της κοινής αγοράς, καθώς και τη διατήρηση, ή ακόμα και ενίσχυση, των προστατευτικών ρυθμίσεων σε ό,τι αφορά τις συναλλαγές με τον υπόλοιπο κόσμο. Μια συνεπής ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική θα μπορούσε να συμπληρώνει ένα τέτοιο σχέδιο δράσης προωθώντας τη σύμπραξη και τη συνεργασία ανάμεσα στη δημόσια διοίκηση και τους μεγάλους βιομηχανικούς ομίλους. Το ζήτημα εδώ δεν είναι να κρίνουμε αν ένας τέτοιος προσανατολισμός θα ήταν επιθυμητός, αλλά να παραδεχθούμε ότι με την Ενιαία Πράξη του 1986 η κατεύθυνση που επιλέχθηκε ήταν σαφώς διαφορετική. Το άνοιγμα του δημόσιου τομέα στον ανταγωνισμό όχι μόνο δεν συνοδεύτηκε από την υιοθέτηση κάποιων «ευρωπαϊκών επιλογών», αλλά ακύρωσε στην πράξη τόσο την ίδια την αρχή μιας κοινής βιομηχανικής πολιτικής όσο και κάθε δημόσια παρέμβαση σε αυτό το πεδίο.

Έτσι, η ιδέα της ενιαίας αγοράς εμπεριέχει εν τη γενέσει της το στόχο μιας διευρυμένης ελεύθερης αγοράς, στο μέτρο που οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί όμιλοι στοχεύουν άμεσα στην παγκόσμια αγορά. Αυτή η παρατήρηση μας επιτρέπει να καταλάβουμε καλύτερα γιατί εκ των πραγμάτων τα κοινωνικά μέτρα ιεραρχούνται σαν δευτερεύοντα, ειδικότερα δε σε ό,τι αφορά την απασχόληση.

Μια στρατηγική για την απασχόληση;

Η «ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση» έκανε την εμφάνισή της στο Συμβούλιο του Λουξεμβούργου τον Νοέμβριο του 1997 και συμπεριλάμβανε κοινοτικές «καθοδηγητικές αρχές» και «σχέδια εθνικών δράσεων για την απασχόληση». Στη συνέχεια, η Σύνοδος της Λισαβόνας, το Μάρτιο του 2000, έθεσε στόχο την αύξηση των ποσοστών απασχόλησης στο 70% μέχρι το 2010 και υιοθέτησε την «ανοιχτή μέθοδο συντονισμού» των εθνικών πολιτικών, ειδικότερα σε ό,τι αφορά το κοινωνικό πεδίο, ορίζοντας μάλιστα ως προτεραιότητες το ζήτημα των συντάξεων και τη μάχη ενάντια στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Η «στρατηγική της Λισαβόνας» αναφέρεται σαφώς στη νεοφιλελεύθερη φιλοσοφία. Αν αφήσουμε κατά μέρος τους καθαρά διακοσμητικούς στόχους που κάνουν λόγο για «ποιότητα της απασχόλησης» ή για «αγώνα ενάντια στον αποκλεισμό», οι πραγματικοί στόχοι είναι η μισθολογική λιτότητα, η ελαστικοποίηση των αγορών εργασίας και η σκλήρυνση των μέτρων κοινωνικής προστασίας των ανέργων (είναι χαρακτηριστικό ότι οι πολιτικές για την ανεργία αναβαπτίζονται σε «πολιτικές επανενεργοποίησης»). Για τους εισηγητές της, η επίτευξη των παραπάνω στόχων θα συνέβαλλε αποφασιστικά σε μια δομική βελτίωση στον τομέα της απασχόλησης.

Η ευρωπαϊκή συγκρότηση συνοδεύτηκε επανειλημμένα από φρούδες ελπίδες σε ό,τι αφορά την απασχόληση. Μια πολύ γνωστή έκθεση, με τίτλο «1992: η νέα ευρωπαϊκή οικονομία», διακήρυττε το 1988 ότι το σχέδιο της Μεγάλης Αγοράς θα επέτρεπε τη δημιουργία πέντε εκατομμυρίων θέσεων εργασίας σε διάστημα λίγων χρόνων. Πράγματι, αρχικά και χάρη σε μια ευνοϊκή οικονομική συγκυρία, η πρόγνωση αυτή επαληθεύτηκε. Πολύ σύντομα όμως η μεταστροφή της συγκυρίας όχι μόνο εξαφάνισε τις πρόσφατα δημιουργηθείσες αυτές θέσεις εργασίας, αλλά είχε σαν συνέπεια το άνοιγμα της Μεγάλης Αγοράς, την 1η Ιανουαρίου 1993, να συμπέσει με την κορύφωση των ποσοστών ανεργίας.

Είναι καιρός να απαιτήσουμε έναν απολογισμό των προσανατολισμών της ευρωπαϊκής συγκρότησης σε ό,τι αφορά την απασχόληση. Ωστόσο, δεν έχουμε αυταπάτες, ένας τέτοιος απολογισμός είναι σαφέστατα αρνητικός. Το 2007, και σύμφωνα πάντα με τα επίσημα στοιχεία , η Ευρωπαϊκή Ένωση των «15» περιλαμβάνει 13 εκατομμύρια ανέργους. Πρόκειται για το ίδιο περίπου ποσοστό ανεργίας (της τάξης του 7%) που παρατηρήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 (8%). Με άλλα λόγια, κατά τη διάρκεια των δυο νεοφιλελεύθερων δεκαετιών και παρά τις οικονομικές διακυμάνσεις, η μαζική ανεργία παραμένει σταθερή.

Επίσης, οι ευρωπαϊκές πολιτικές για την απασχόληση οδήγησαν στη γενικευμένη επιδείνωση της «ποιότητας» της εργασίας. Οι θέσεις επισφαλούς απασχόλησης (μερικής απασχόλησης ή ορισμένου χρόνου) αντικαθιστούν προοδευτικά τις μόνιμες θέσεις εργασίας, ενώ η κακοπληρωμένη εργασία γεννά σύγχρονες μορφές φτώχειας. Στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών γινόμαστε μάρτυρες «μεταρρυθμίσεων» που δυσχεραίνουν τη θέση των ανέργων, ωθώντας τους στην αποδοχή μιας οποιασδήποτε εργασίας, ενώ ταυτόχρονα παρατηρούμε τη σταθερή μείωση της επιθυμητής ή επιδιωκόμενης απασχόλησης. Με άλλα λόγια, οι ενδιάμεσοι στόχοι επιτεύχθηκαν σε μεγάλο βαθμό, στο μέτρο που επιβλήθηκαν τόσο η ελαστικοποίηση όσο και η μισθολογική λιτότητα αλλά και ο περιορισμός των δυνατοτήτων να επωφεληθεί κανείς από τα επιδόματα ανεργίας. Παρ’όλα αυτά, τίποτα δεν επέτρεψε μια σταθερή μείωση της ανεργίας.

Τη στιγμή που οι πολιτικές αυτές υιοθετούνται από τη μια χώρα μετά την άλλη, η Ευρώπη λειτουργεί σαν το πλαίσιο συνοχής τους, παρέχοντας μια «ανοιχτή μέθοδο συντονισμού» η οποία αναζητεί τις «καλύτερες πρακτικές» και καθορίζει τις «καθοδηγητικές γραμμές». Η συγκριτική αυτή διαδικασία αντανακλάται και στη δημόσια συζήτηση, από έναν λόγο που εξυμνεί τις αρετές της σύγκρισης των «κοινωνικών μοντέλων».

Ωστόσο, οι παρεκκλίσεις είναι σημαντικές. Η πρώτη συνίσταται στην εγκατάλειψη της οδού της συνοχής μεταξύ διαφορετικών εθνικών μοντέλων. Οι συνήγοροι της ελαστικοποίησης έχουν στην πραγματικότητα την τάση να αποσιωπούν τα απαράδεκτα γι’ αυτούς στοιχεία των success stories, όπως και τη σημασία των κοινωνικών δαπανών. Η μέθοδος του benchmarkin που προτείνουν, δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη της ούτε το μέγεθος των διαφορετικών χωρών ούτε τις σημαντικές διαφορές που παρατηρούνται στο εσωτερικό τους.

Όμως, μια τέτοια στρατηγική δεν είναι μόνο αναποτελεσματική, αλλά και αναντίστοιχη ως προς τους επίσημους στόχους της. Στην πραγματικότητα, η ευρωπαϊκή διάσταση χρησιμοποιείται μόνο και μόνο για να ενισχύσει την εγκυρότητα των φιλελεύθερων συστάσεων επί των εθνικών πολιτικών. Υπό αυτή την έννοια, η «στρατηγική της Λισαβόνας» είναι αντίθετη με μια λογική συνεργασίας, στο μέτρο που εκτός από τον ανταγωνισμό των αγορών, καθιστά ανταγωνιστικά και τα κοινωνικά μοντέλα. Πρόκειται για έναν οικονομικό παραλογισμό που συγκρούεται συστηματικά με την πραγματική οικονομία και ο οποίος πόρρω απέχει από το να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις για τη συγκρότηση ενός ενιαίου και συνεκτικού κοινωνικού πεδίου.

Μια λεπτομερής ανάλυση της «ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση» μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν στοχεύει πραγματικά στη μείωση της ανεργίας. Στην πραγματικότητα, δεν θέτει κανέναν συγκεκριμένο στόχο σε αυτή την κατεύθυνση. Αντίθετα, ενδιαφέρεται για τα ποσοστά απασχόλησης –δηλαδή το ποσοστό των απασχολούμενων στο σύνολο του ενεργού πληθυσμού (μεταξύ 15 και 64 ετών)– τα οποία θα πρέπει να αγγίξουν το 70% μέχρι το 2010. Ωστόσο, η αύξηση των ποσοστών απασχόλησης ούτε σημαίνει ούτε συνεπάγεται μείωση της ανεργίας. Για τη δημιουργία «ποιοτικών» θέσεων εργασίας χρειάζονται δύο βασικά μέτρα: η γενικευμένη μείωση του χρόνου εργασίας και η δημιουργία κοινωνικά επωφελών θέσεων εργασίας, ικανών να στηρίξουν μια ανάπτυξη που να μην στηρίζεται αποκλειστικά στην ποσότητα. Αντ’αυτών όμως, σήμερα έχουμε να κάνουμε με την «εισαγωγή περισσότερων ανθρώπων στην εργασία» και με την «αύξηση της ελαστικότητας των αγορών εργασίας», δηλαδή με τη δημιουργία της μεγαλύτερης δυνατής πίεσης προκειμένου να γίνει αποδεκτή η οποιαδήποτε μορφή απασχόλησης. Έτσι, ο συσχετισμός ανάμεσα στον «εκσυγχρονισμό» των συστημάτων κοινωνικής προστασίας και την «προώθηση της ενεργητικής γήρανσης» δεν είναι τυχαίος. Αν, για παράδειγμα, επιτευχθεί ο προβλεπόμενος «εκσυγχρονισμός» των συστημάτων συνταξιοδότησης, πολύ περισσότεροι ηλικιωμένοι εργαζόμενοι θα είναι υποχρεωμένοι να «γεράσουν ενεργοί». Υπό αυτή την έννοια, η αύξηση των ποσοστών απασχόλησης σημαίνει τη διατήρηση της πίεσης του σύγχρονου «εφεδρικού βιομηχανικού στρατού» στη μισθωτή εργασία. Η περίπτωση της Σουηδίας επιτρέπει τη διαλεύκανση αυτού του σημείου αποκαλύπτοντας την πραγματικότητα. Ενώ η συγκεκριμένη χώρα έχει εδώ και καιρό πετύχει τους στόχους της Λισαβόνας –και θα έπρεπε κατά συνέπεια να δεχθεί τα συγχαρητήρια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής–, η Επιτροπή απαιτεί συμπληρωματικά μέτρα «προτροπής στην εργασία», δηλαδή μέτρα που θα καθιστούν τη Σουηδία λιγότερο γενναιόδωρη έναντι των ανέργων.

Διαφαίνεται έτσι μια σημαντική αντίφαση ανάμεσα στον επιδιωκόμενο στόχο και τα μέσα για την επίτευξή του. Η «οικονομία της γνώσης» –αν μια τέτοια έκφραση έχει πραγματικά νόημα– συνεπάγεται τη γενική άνοδο του επιπέδου τυπικών προσόντων και την προώθηση όσων τα διαθέτουν σε θέσεις με μεγάλη προστιθέμενη αξία που απαιτούν υψηλά τυπικά προσόντα και χαίρουν ιδιαίτερα υψηλών μισθών. Ο λειτουργικός όμως στόχος, που συνίσταται στην αύξηση των ποσοστών απασχόλησης (και όχι στη μείωση των ποσοστών ανεργίας) επιδιώκει να ωθήσει στην εργασία τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ατόμων. Με τη διαφορά όμως ότι τα άτομα αυτά καλούνται να μειώσουν τις απαιτήσεις τους αναφορικά τόσο με την «ποιότητα» της εργασίας όσο και με το μισθό που της αντιστοιχεί.

Αυτή η θέληση να μείνει και η πίτα ολάκερη και ο σκύλος χορτάτος δείχνει ότι στην πραγματικότητα μια χώρα που εισέρχεται στην παγκόσμια αγορά έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο τρόπους δημιουργίας θέσεων εργασίας. Ο πρώτος συνίσταται στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας με στόχο την κατάκτηση κάποιων μεριδίων της αγοράς αυτής. Ο δεύτερος συνίσταται στην αντιμετώπιση του πεδίου των προστατευόμενων υπηρεσιών σαν μια δεξαμενή θέσεων εργασίας στη βάση μιας παραγωγικότητας που αυξάνεται με πιο αργούς ρυθμούς. Οι δυο αυτές στρατηγικές είναι συμβατές μόνο υπό την προϋπόθεση ότι οι τομείς που «εκτίθενται» στον ανταγωνισμό, ή «απελευθερώνονται», διαχωρίζονται ολοένα και περισσότερο από αυτούς που παραμένουν «προστατευμένοι». Και ένας τέτοιος διαχωρισμός αφορά τόσο την παραγωγικότητα όσο και τους μισθούς. Η δημιουργία θέσεων εργασίας στους τομείς των υπηρεσιών δεν πρέπει στην πραγματικότητα ούτε να αποδυναμώνει την εξωτερική ανταγωνιστικότητα ούτε να επιβαρύνει την αποδοτικότητα αυξάνοντας τους μισθούς στην προστιθέμενη αξία. Οι δυο αυτοί στρατηγικοί προσανατολισμοί δεν μπορούν να συμφιλιωθούν παρά με το τίμημα μιας κατάτμησης της αγοράς εργασίας, αλλά κι ενός ακραίου κοινωνικού δυϊσμού. Πρόκειται αναμφίβολα για τον πραγματικό στόχο των «μεταρρυθμίσεων» που άπτονται των αγορών εργασίας.

Η αναφορά στις «επιτυχημένες χώρες» δεν χρησιμοποιείται παρά σαν επιχείρημα για την αποσταθεροποίηση των εθνικών κοινωνικών μοντέλων και για την ανάδειξη της ευελιξίας σε «βασιλική οδό» για τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Δεν πρόκειται παρά για μια φενάκη. Καταρχήν, και κατά αυταπόδεικτο τρόπο, οι χώρες που δημιουργούν τις περισσότερες θέσεις εργασίας είναι αυτές που παρουσιάζουν μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη, για πολλούς λόγους, που όμως δεν έχουν να κάνουν με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας τους. Έπειτα, οι χώρες που μειώνουν τα ποσοστά ανεργίας δεν είναι απαραίτητα οι ίδιες που δημιουργούν περισσότερες θέσεις εργασίας. Ας επιστρέψουμε σε ένα παράδειγμα που χρησιμοποιείται συχνά στη Γαλλία. Σε διάστημα δέκα χρόνων η Δανία μείωσε τα ποσοστά ανεργίας της στο μισό ενώ η Γαλλία τα διατήρησε στο ίδιο επίπεδο, παρότι δημιούργησε δύο φορές περισσότερες θέσεις εργασίας. Ανάμεσα στην απασχόληση και την ανεργία παρεμβάλλονται μέτρα που κάνουν ανθρώπους χωρίς απασχόληση να βγαίνουν από την ανεργία. Δηλώνονται ως ανάπηροι, ασθενείς, αναγκάζονται σε πρόωρες συντάξεις, υποχρεώνονται σε μερική εργασία ή, πολύ απλά, αποθαρρύνονται από το να εγγραφούν στους καταλόγους ανέργων.

Η σχέση ανάμεσα στην «ευελιξία» και τις επιδόσεις της αγοράς εργασίας δεν μπορεί να αποδειχθεί ούτε καν από ένα οργανισμό όπως ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), ο οποίος για πρώτη φορά το 1999 βρέθηκε υποχρεωμένος να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «οι λόγοι για τους οποίους κάποιες χώρες καταφέρνουν να συμφιλιώσουν ένα αυστηρό πλαίσιο ρυθμίσεων με χαμηλά ποσοστά ανεργίας παραμένουν αδιευκρίνιστοι», ενώ το 2004 παραδέχθηκε ότι πλήθος μελετών αναφορικά με τις σχέσεις «ευελιξίας» στην αγορά εργασίας και ανεργίας «καταλήγουν σε αμφιλεγόμενα ή ακόμα και αντιφατικά συμπεράσματα, κατά τρόπο που τίποτε δεν μας επιτρέπει να επιβεβαιώσουμε την εγκυρότητα του συσχετισμού». Που σημαίνει με απλά λόγια ότι δεν μπορούμε να προβούμε σε μια θετική αξιολόγηση της επίδρασης που έχουν οι φημισμένες «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας» στην απασχόληση. Απεναντίας, η επισφαλής εργασία –στην οποία αυτονόητα οδηγούν οι εν λόγω μεταρρυθμίσει– αφορά ιδιαίτερα τους νέους και τις γυναίκες, που «εν τέλει πλήττονται με δυσανάλογο τρόπο», όπως σημειώνει ο ΟΟΣΑ στην ίδια έκθεση, προτού καταλήξει στην παραδοχή ότι η διαφορά που παρατηρείται ανάμεσα σε θέσεις σταθερής απασχόλησης και θέσεις πρόσκαιρης απασχόλησης μπορεί να οδηγήσει σε μια «όξυνση του δυϊσμού της αγοράς εργασίας». Δεν θα μπορούσαμε να το πούμε με πιο εύστοχο τρόπο.

Στοιχεία για μια άλλη Ευρώπη

Ο οικονομικός και ακόμη περισσότερο ο κοινωνικός απολογισμός του ευρω-φιλελευθερισμού αποδείχθηκε καταστροφικός. Η κρίση που γνωρίζει σήμερα η Ευρώπη το επιβεβαιώνει με τον πιο σαφή τρόπο, και η απόρριψη του σχεδίου ευρω-συντάγματος στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες αποτελεί μάλλον συνέπεια της κρίσης αυτής παρά αιτία της. Είναι πλέον αναγκαίο να στραφούμε σε εναλλακτικές λύσεις, και τα κοινωνικά κινήματα ανά την Ευρώπη το κάνουν ήδη.

Οι εναλλακτικές όμως λύσεις προϋποθέτουν και ριζοσπαστικές ρήξεις. Πόσο εναλλακτικές όμως και πόσο ριζοσπαστικές είναι σήμερα οι σοσιαλφιλελεύθερες πολιτικές; Οι κυβερνήσεις που το 1997 υπέγραψαν τη Συνθήκη του Άμστερνταμ ήταν στην πλειονότητά τους «αριστερές» και ως εκ τούτου θα αναμέναμε να στραφούν σε κεϊνσιανές πολιτικές συντονισμένης ανάπτυξης. Επέλεξαν ωστόσο ξεκάθαρα μια άλλη οδό. Στην πραγματικότητα, η βιαιότητα της νεοφιλελεύθερης επίθεσης δεν αφήνει πλέον περιθώρια για συμβιβαστικές λύσεις. Επιβάλλει ή την καθολική υποταγή ή την καθολική ρήξη.

Ελάχιστος μισθός και ευρωπαϊκές συλλογικές συμβάσεις

Για τους εργοδότες, το ενιαίο νόμισμα μετατρέπεται σε ένα ακόμα μέσο για την ενίσχυση του ανταγωνισμού ανάμεσα στα κοινωνικά συστήματα. Οι διαφορές στους μισθούς αναμένεται ότι θα χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο στην κατεύθυνση της γενικευμένης υποβάθμισης των κοινωνικών κεκτημένων, σαν κίνητρο προς τους επενδυτές. Το ορατό ήδη αποτέλεσμα είναι ο πολλαπλασιασμός των μετεγκαταστάσεων των επιχειρήσεων στο εσωτερικό της ίδιας της ευρωπαϊκής επικράτειας. Κατά κανόνα, τους επενδυτές προσελκύουν οι χαμηλές κοινωνικές και φορολογικές εισφορές και ένα χαλαρό εργασιακό πλαίσιο που να επιτρέπει την ελαστικοποίηση της εργασίας. Ωστόσο, η επιβολή ενός τέτοιου ανταγωνισμού οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην ευθυγράμμιση προς τα κάτω, επιφέροντας έτσι τα αντίθετα αποτελέσματα απ’ό,τι η διαδικασία εναρμόνισης. Αν όμως οι ευρωπαίοι εργοδότες εκμεταλλεύονται τα πλεονεκτήματα που διαθέτουν στο σύνολο της επικράτειας, η απάντηση είναι ανάγκη να οργανωθεί στο ίδιο επίπεδο. Μια τέτοια απάντηση και αντεπίθεση μπορεί να διαρθρωθεί γύρω από δύο διεκδικήσεις: Τον ελάχιστο μισθό και την εναρμόνιση του εργατικού δικαίου.

Ούτε ενιαία αγορά ούτε ενιαίο νόμισμα χωρίς ενιαίο ελάχιστο μισθό που θα εγγυάται ότι κανένας μισθός δεν θα πέφτει κάτω από ένα συγκεκριμένο όριο. Το όριο αυτό θα μπορεί να διαμορφώνεται ανάλογα με την κάθε χώρα, αλλά θα πρέπει να καθορίζεται από ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ο ελάχιστος μισθός έχει έτσι μια διπλή λειτουργία. Αφενός καθορίζει ένα κατώτατο όριο μισθών και αφετέρου επιτρέπει την αύξηση των μισθών στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Θα πρέπει μάλιστα να συμπληρώνεται κι από ένα σύστημα ελάχιστου κοινωνικού εισοδήματος, το οποίο θα καθορίζεται από τον ελάχιστο μισθό και θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις αυξήσεις του. Πρόκειται για διαρθρωτικά μέτρα που θα επέτρεπαν τη δραστική μείωση των θυλάκων φτώχειας, που σήμερα πληθαίνουν στην Ευρώπη. Πρέπει να επεξεργαστούμε τέτοιες ποσοτικές ρυθμίσεις σε ό,τι αφορά τον ελάχιστο μισθό ή/και το ελάχιστο εισόδημα ακολουθώντας τη μέθοδο που εισηγήθηκαν οι Ευρωπορείες και συνίσταται στη διεκδίκηση ενός ελάχιστου εισοδήματος που να αντιστοιχεί στο 50% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Πρόκειται για ένα καλό παράδειγμα αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «διεκδικητική αλληλοκάλυψη» ή «διεκδικητική επικουρικότητα» και που συνίσταται στην εκπόνηση κοινών διεκδικήσεων, λαμβάνοντας όμως υπόψη το διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης κάθε χώρας της Ε.Ε.

Για την επίτευξη μιας τέτοιας εναρμόνισης θα έπρεπε επίσης να εξασφαλιστεί μια διαφοροποιημένη αύξηση των μισθών που επιτρέπει ένα είδος εξισορρόπησης, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, της αύξησης της παραγωγικότητας. Πρόκειται για μια ρύθμιση που προωθούν τα γερμανικά συνδικάτα. Μια παρόμοια λογική θα μπορούσε να εφαρμοστεί στο σύνολο της κοινωνικής νομοθεσίας, η οποία καλείται να αποτρέψει την προς τα κάτω ευθυγράμμιση που ευαγγελίζονται οι νεοφιλελεύθεροι και να οικοδομήσει ένα ομοιογενές κοινωνικό πεδίο.

Για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών

Η νεοφιλελεύθερη επίθεση ενάντια στις δημόσιες υπηρεσίες και τα συστήματα κοινωνικής προστασίας είναι συστηματική και συνολική, η δε ποικιλομορφία των εθνικών πολιτικών που την υπηρετούν δεν πρέπει να αποκρύπτει ούτε την ενότητά της ούτε και το συγκεντρωτικό ρόλο που παίζουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί. Στην ουσία, πρόκειται για την υποχώρηση όλων των διαδικασιών κοινωνικοποίησης και επικουρικότητας. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι ήταν αυτές ακριβώς οι διαδικασίες που επέτρεπαν την ικανοποίηση κάποιων κοινωνικών αναγκών, προστατεύοντάς τες από τη λογική του κέρδους. Η νεοφιλελεύθερη λογική όμως δημιουργεί ένα πλαίσιο ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών δύο ταχυτήτων, δηλαδή ενισχύει τις ανισότητες. Οδηγεί έτσι στην αντίθετη κατεύθυνση από τη συγκρότηση ενός ενιαίου πεδίου, το οποίο θα προϋπέθετε μια ευρωπαϊκή συγκρότηση και οργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών. Οι δημόσιες υπηρεσίες είναι αγαθά κοινής ωφέλειας. Η διαχείρισή τους πρέπει να επαφίεται σε δημόσια μονοπώλια (όχι απαραίτητα κρατικά), προκειμένου να ανταποκρίνονται στις κοινωνικές ανάγκες και όχι στα κριτήρια του κέρδους. Ο κοινωνικός έλεγχος πρέπει να επεκταθεί στο σύνολο της Ευρώπης και στο σύνολο των τομέων από τους οποίους εξαρτάται η ικανοποίηση των βασικών αναγκών του πληθυσμού.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και σε ό,τι αφορά τα συστήματα κοινωνικής προστασίας. Το νεοφιλελεύθερο σχέδιο στοχεύει στην αποδιάρθρωσή τους επιβάλλοντας μια κοινωνία δύο ταχυτήτων. Αντίθετα, μια Ευρώπη κοινωνικού μετασχηματισμού πρέπει να εγγυάται την πρόσβαση σε βασικά δικαιώματα –όπως της υγείας, της άδειας και της σύνταξης– μέσω ενός διαρθρωμένου συστήματος ευρωπαϊκής κοινωνικής ασφάλισης στο οποίο θα έχουν πρόσβαση όλοι και όλες ανεξάρτητα από το επίπεδο του εισοδήματός τους. Αν καλούμαστε να διαμορφώσουμε μια ευρωπαϊκή πολιτειακότητα, αυτή θα έπρεπε να καθορίζεται από τα δικαιώματα που εγγυάται.

Για την πλήρη απασχόληση

Μια ευρωπαϊκή πολιτική για την πλήρη απασχόληση θα έπρεπε να ξεδιπλώνεται σε τρεις άξονες: Σταθερή και μη προντουκτιβιστική (μη αποκλειστικά ποσοτικά προσανατολισμένη) ανάπτυξη, συντονισμένη μείωση του χρόνου εργασίας, συντονισμένα μέτρα πάταξης της επισφαλούς εργασίας.

Ένας προσανατολισμός ευνοϊκός για την απασχόληση προϋποθέτει υποχρεωτικά μια σταθερή ανάπτυξη και βρίσκεται στον αντίποδα μιας ανάπτυξης που προκρίνει τους δημοσιονομικούς και νομισματικούς στόχους (μείωση των δημόσιων ελλειμμάτων, χαμηλός πληθωρισμός κ.λπ). Το πιο απλό μέσο στήριξης της ανάπτυξης είναι καταρχήν η σταθεροποίηση σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο του μεριδίου των μισθών, το οποίο σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν έπαψε να συρρικνώνεται από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ο προϋπολογισμός θα πρέπει να ανακτήσει τον αντι-κυκλικό ρόλο που του έχει στερήσει το Σύμφωνο Σταθερότητας. Ευρωπαϊκά προγράμματα δημόσιων επενδύσεων στον τομέα των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών θα μπορούσαν, ακόμα και υπό μια λογική τυπικά κεϊνσιανή, να προσδώσουν δυναμισμό και σταθερότητα στην εσωτερική αγορά. Πρέπει επίσης να μπει ένα τέρμα σε πολιτικές εσωτερικού ανταγωνισμού που γεννούν σχεδόν διαρκείς τάσεις συρρίκνωσης. Η σημερινή συγκρότηση της Ε.Ε. καθιστά την εσωτερική αγορά θεμέλιο λίθο από τον οποίο εξαρτάται κάθε άλλη πολιτική. Ο συνδυασμός πολιτικών ανταγωνισμού και μισθολογικής λιτότητας τείνει να καταστείλει την εσωτερική αγορά. Η απουσία πραγματικού συντονισμού καθιστά τη ζώνη του ευρώ μια ζώνη παρατεταμένης χαμηλής ανάπτυξης. Μόνο με το να εστιάσουμε σε μια πιο δυναμική εσωτερική αγορά μπορεί να επιτρέψει μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων. Τέλος, η προτεραιότητα στην ικανοποίηση των αναγκών θα μπορούσε να δώσει σε αυτή την ανάπτυξη ένα διαφορετικό περιεχόμενο, σε ρήξη με το προντουκτιβιστικό μοντέλο ανάπτυξης.

«Γενικευμένη», «μαζική» και «υποχρεωτική» μείωση του χρόνου εργασίας –τρία επίθετα που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρνείται να αποδεχτεί στη συζήτηση για μείωση του εργάσιμου χρόνου. Πρόκειται ωστόσο για τη μόνη λογική απάντηση στη μαζική ανεργία και το μόνο μέσο στην κατεύθυνση ενός κοινωνικού μετασχηματισμού. Το ότι η εργοδοσία εγείρει ισχυρές αντιστάσεις και εμπόδια, δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει –έκπληξη θα προκαλούσε το αντίθετο. Κι αν το ερώτημα είναι τι κάνει η Αριστερά όταν βρίσκεται στην εξουσία, η ίδια η πραγματικότητα καταδεικνύει ότι δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αποφεύγει συνειδητά και συστηματικά τη σύγκρουση με την εργοδοσία. Η γαλλική Αριστερά, για παράδειγμα, κατά την κυβερνητική της θητεία φρόντισε να απονομιμοποιήσει πλήρως έναν τέτοιο ορίζοντα δράσης. Πρόκειται αναμφίβολα για ένα επιπλέον πρόσκομμα, αλλά τέτοια προσκόμματα δεν πρέπει να μας κάνουν να εγκαταλείπουμε τον στόχο της μείωσης του χρόνου εργασίας στο επίπεδο της Ε.Ε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιπροσωπεύει ένα αρκετά ευρύ και ισχυρό σύνολο χωρών. Η γενικευμένη και δραστική μείωση του χρόνου εργασίας θα συνεπαγόταν τη σημαντική μείωση της ανεργίας και της επισφαλούς εργασίας, συμβάλλοντας έτσι στη βελτίωση των συλλογικών όρων διαβίωσης. Το βασικό αντεπιχείρημα, περί των κυρώσεων τις οποίες κινδυνεύει να υποστεί μια χώρα που θα αποφάσιζε μόνη της να μειώσει τον χρόνο εργασίας, καταρρέει από τη στιγμή που ένα τέτοιο μέτρο θα εφαρμοζόταν σε ένα σύνολο 27 πλέον χωρών. Δεν πρέπει εξάλλου να μας διαφεύγει ότι οι εμπορικές συναλλαγές των χωρών της Ευρώπης διεξάγονται κατά κύριο λόγο στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συνόλου. Είναι μάλιστα η ενίσχυση του μεριδίου των μισθών που θα επέτρεπε τη χρηματοδότηση της συντονισμένης μείωσης του χρόνου εργασίας εις βάρος του μεριδίου των χρηματιστικών εσόδων.

Μια μείωση του χρόνου εργασίας της τάξης του 10%, χωρίς μείωση μισθών και με ανάλογες προσλήψεις, θα επέτρεπε την άμεση μείωση της ευρωπαϊκής ανεργίας στο μισό, ενώ μια ακόλουθη μείωση στις 32 ώρες θα μπορούσε να οδηγήσει σύντομα στην εξάλειψη της ανεργίας. Πρόκειται για τη μόνη πολιτική ενάντια στην ανεργία που μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική σε βάθος χρόνου. Έχει επίσης το μεγάλο πλεονέκτημα να βασίζεται στη συνεργασία: η επιτυχία της μεγαλώνει όσο περισσότερες χώρες την εφαρμόζουν, σε αντίθεση με τη λογική του συστηματικού ανταγωνισμού, της οποίας η αποτελεσματικότητα αποβαίνει εις βάρος των γειτόνων. Είναι λοιπόν επείγον να συντονίσουμε τους αγώνες μας γύρω από αυτό το στόχο.

Ο προσανατολισμός προς την πλήρη απασχόληση πρέπει να συνοδεύεται απαρέγκλιτα από την επιδίωξη να βελτιωθεί η ποιότητα εργασίας. Ο ισχυρισμός των νεοφιλελεύθερων ότι μπορούν να συμφιλιώσουν την ακραία ελαστικοποίηση με τη βελτίωση του κοινωνικού ρόλου του μισθωτού είναι απολύτως αντιφατικός. Δεν υπάρχει ορίζοντας πλήρους απασχόλησης που να θεμελιώνεται στην επισφαλή εργασία, και καμία υποχώρηση των διάφορων μορφών επισφαλούς εργασίας δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί σε μια αγορά εργασίας που βρίσκεται σε ύφεση. Κατά συνέπεια, πρέπει να επέλθει ένας συντονισμός στις ευρωπαϊκές κοινωνικές νόρμες που αφορούν την εργασία. Πρέπει η Ευρώπη να συγκροτηθεί σαν ένα κοινό πεδίο προηγμένων κοινωνικών κανόνων.

Μια τέτοια διεκδίκηση αφορά τρεις βασικούς άξονες:

Ο πρώτος άπτεται του αγώνα για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Η αρχή της ισότητας στη μεταχείριση πρέπει να έχει κεντρική θέση σε ένα σχέδιο ευρωπαϊκού Κώδικα Εργασίας. Πρέπει επίσης να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση σε ό,τι αφορά την εξαναγκαστική μερική απασχόληση. Πρόκειται για φαινόμενο που εξαπλώνεται ταχύτατα και το οποίο μπορούμε να καταπολεμήσουμε μέσω του δικαιώματος μετατροπής των θέσεων εργασίας μερικού χρόνου σε θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης.

Ο δεύτερος αφορά την πάταξη της επισφαλούς απασχόλησης. Σήμερα κάθε ευρωπαϊκή χώρα, ανάλογα με το πόσο ευφάνταστοι είναι οι ηγέτες της, επινοεί ιδιότυπες μορφές απασχόλησης: «ανεξάρτητη εργασία» στο Ηνωμένο Βασίλειο, «συμβάσεις ορισμένου χρόνου» στην Ισπανία, «συμβάσεις προσωρινών και ωρομίσθιων αναπληρωτών» στη Γαλλία. Οι απόπειρες θεσμοθέτησης συμβάσεων επισφαλούς εργασίας πολλαπλασιάζονται κατά τα τελευταία χρόνια, για να καθιερώσουν το νέο εργασιακό πλαίσιο των «ευέλικτων εργαζομένων». Πίσω από την «ποικιλία» που τις χαρακτηρίζει κρύβεται η συντονισμένη προσπάθεια κατάλυσης της θεσμικής υπόστασης του μισθωτού. Οι αντιστάσεις όμως δεν λείπουν. Μπορούν μάλιστα να στεφθούν από επιτυχία, όπως απέδειξε η μαζική κινητοποίηση ενάντια στην Σύμβαση Πρώτης Απασχόλησης στη Γαλλία (άνοιξη 2006). Απομένει να προχωρήσουμε στο συντονισμό και τη διάρθρωσή τους, κάτι που περνά και μέσα από συγκεκριμένα μέτρα. Ένα από αυτά θα μπορούσε να είναι η υιοθέτηση προστατευτικών δικλίδων και η επιβολή ποινικών κυρώσεων σε κάθε απόπειρα προσφυγής σε επισφαλή πλαίσια εργασίας. Πρόκειται για μία από τις προτεραιότητες μιας κοινωνικής Ευρώπης.

Το όραμα για μια κοινωνία αποδεσμευμένη από την επισφαλή απασχόληση και την ανεργία πρέπει να οδηγήσει σε μια πραγματική «δομική μεταρρύθμιση», με την καθιέρωση μιας νέας θεσμικής υπόστασης του μισθωτού που να εξασφαλίζει και να εγγυάται τη σταθερότητα της σύμβασης εργασίας, του εισοδήματος και των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Ο τρίτος άξονας αφορά τη μετανάστευση. Οι δημογραφικές ανακατατάξεις αναμένεται να οδηγήσουν σε μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών κατά τις επόμενες δεκαετίες, και η εργοδοσία φαίνεται να το λαμβάνει σοβαρά υπόψη της. Η τάση που διαφαίνεται σήμερα είναι το «ελεγχόμενο άνοιγμα» σε μια μετανάστευση δύο ταχυτήτων. Από τη μια επιβάλλονται ποσοστώσεις για τις πιο απαιτητικές εργασίες και από την άλλη προτιμάται μια μετανάστευση περισσότερο ή λιγότερο παράνομη και ως εκ τούτου υπερ-εκμεταλλεύσιμη. Πρόκειται για ένα πλαίσιο πρόσληψης και διαχείρισης της μετανάστευσης που επιτρέπει τη μετατροπή της σε έναν ακόμα μοχλό πίεσης για την υποβάθμιση τόσο των μισθών όσο και των κοινωνικών όρων. Για την αποφυγή μιας τέτοιας παρέκκλισης πρέπει να καθοριστεί μια ενιαία ευρωπαϊκή πολιτική για τη μετανάστευση ικανή να εγγυηθεί στους εργαζόμενους μετανάστες ίσα δικαιώματα με τους ντόπιους εργαζόμενους. Είναι ο μόνος τρόπος για να εμποδίσουμε τις αθρόες ενδοευρωπαϊκές μετεγκαταστάσεις επιχειρήσεων και τον αδυσώπητο ανταγωνισμό.

Φορολογία και έλεγχος του χρηματιστικού κεφαλαίου

Το ευρωπαϊκό καπιταλιστικό μοντέλο αναπαράγει τη συνύπαρξη ενός πόλου κοινωνικής ανασφάλειας και μιζέριας και ενός πόλου κερδών και αφθονίας. Μολονότι κάτι τέτοιο αντανακλά την ίδια τη λογική του καπιταλισμού, στο μέτρο που η κατανάλωση των πλουσίων έρχεται να αντισταθμίσει την καχεξία της κατανάλωσης των μισθωτών, η όξυνση της αντίφασης παίρνει ολοένα και πιο κατάφωρες εκφάνσεις. Η απόλυτη ελευθερία που σταδιακά εξασφάλισε το κεφάλαιο οδηγεί σήμερα σε μια χαοτική λειτουργία της οικονομίας. Γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι ή θα υποταχθούμε εσαεί στις νεοφιλελεύθερες επιταγές βλέποντας τη λιτότητα να επιβάλλεται σαν ο ατέρμονος ορίζοντας προς όφελος μιας ισχνής μειοψηφίας ή θα αποφασίσουμε να στρατευτούμε στην κατεύθυνση της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών. Η δεύτερη προοπτική προϋποθέτει τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων προκειμένου να προβούμε σε μια διαφορετική αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου.

Υπό αυτό το πρίσμα, η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών δεν χρησιμοποιείται παρά σαν προκάλυμμα των πραγματικών λόγων που οδήγησαν στην αύξηση του δημόσιου χρέους. Η αύξηση αυτή προέκυψε ουσιαστικά από τη μείωση της φορολόγησης των κερδών του κεφαλαίου και την ταυτόχρονη αναζήτηση από το Δημόσιο των απαραίτητων πόρων μέσω δανείων από τα οποία επωφελείται το χρηματιστικό κεφάλαιο που εισπράττει τους τόκους. Σήμερα η αποπληρωμή αυτών των δανείων –και των υπέρογκων ετήσιων τόκων που συνεπάγονται– βαραίνει ιδιαίτερα τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Κατά συνέπεια, η στροφή προς την κοινωνική Ευρώπη πρέπει να συνοδευτεί από μια σε βάθος φορολογική μεταρρύθμιση με δύο βασικούς άξονες: την καλύτερη και πιο δίκαιη κατανομή των κρατικών εσόδων και τη διεύρυνση των πηγών των εσόδων ώστε το κράτος να μπορεί να εγγυηθεί την επίτευξη των κοινωνικών του στόχων. Σε αντίθεση με τη φιλελεύθερη Αριστερά, το πρόγραμμά μας περιλαμβάνει την αύξηση των λεγόμενων «υποχρεωτικών κρατήσεων», οι οποίες δεν αποτελούν παρά το δείκτη του βαθμού κοινωνικοποίησης που επιλέγει να εφαρμόσει μια κοινωνία. Θεωρούμε ότι η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών περνά μέσα από την ενίσχυση αυτού του βαθμού κοινωνικοποίησης, που είναι η μόνη εγγύηση για αξιοπρεπή ελάχιστα κοινωνικά εισοδήματα, για έλεγχο της διαχείρισης της εργατικής δύναμης στο εσωτερικό των επιχειρήσεων, για αξιοπρεπείς συντάξεις και για την κοινωνική φορολογία του πλουτοκρατικού κατεστημένου κι όχι την ανάδειξή του σε δανειστή του Δημοσίου.

Η πραγματοποίηση των δύο αυτών στόχων (κοινωνική δικαιοσύνη και αύξηση των κρατικών εσόδων) περνά μέσα από δύο μεγάλες κατηγορίες μέτρων:

Πρέπει καταρχήν να επιβληθεί ένας ειδικός φόρος περιουσίας με στόχο την απάλειψη του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους, που τείνει να διαιωνίζεται σαν κληροδότημα των πρότερων φορολογικών δώρων στους επιχειρηματίες.

Πρέπει να επιστρέψουμε στη φορολόγηση των εισοδημάτων με τρόπο που να επιτυγχάνεται μια ανακατανομή που θα προσιδιάζει στην προτεραιότητα που δίνουμε στην απασχόληση. Η δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού φόρου θα μπορούσε να επιτρέψει την ενίσχυση των διαρθρωτικών μέτρων που θα ληφθούν για να συμπληρώσουν την εναρμόνιση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας και τη μείωση του χρόνου εργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Τέλος, πρέπει να επιβληθεί έλεγχος στις κινήσεις των κεφαλαίων με την υιοθέτηση μιας αυστηρής νομοθεσίας έναντι των αυξανόμενων κερδών από το χρηματιστήριο, με αύξηση του φόρου επί των κερδών υπό τη μορφή πρόσθετης φορολόγησης που θα επιβάλλεται σε κέρδη που δεν επανεπενδύονται και φορολόγησης των μερισμάτων του μετοχικού κεφαλαίου όταν αυτά δίδονται στους μετόχους. Ένας φόρος τύπου «Τόμπιν» πρέπει βραχυπρόθεσμα να επιβληθεί στις κινήσεις των κεφαλαίων. Είναι όμως το σύνολο αυτών των κινήσεων, όποια κι αν είναι η μορφή που παίρνουν (μετεγκαταστάσεις επιχειρήσεων, έξοδος ή φυγή των κεφαλαίων κ.λπ.), που πρέπει να υπάγεται σε αυστηρό έλεγχο. Πρόκειται για αναγκαία μέτρα προκειμένου να προφυλάξουμε κάθε προσπάθεια κοινωνικού μετασχηματισμού από τις αντιδράσεις, αντεπιθέσεις και δολιοφθορές που είναι αναμενόμενο ότι θα αντιμετωπίσει.

Επίλογος

Οι παραπάνω προτάσεις είναι εφικτές, συνεκτικές και σε θέση να καθορίσουν το πλαίσιο μιας άλλης Ευρώπης, η οποία θα στοχεύει στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Αντιτίθενται δε, σημείο προς σημείο, τόσο στις σημερινές ευρωπαϊκές πολιτικές όσο και στην κυρίαρχη μέθοδο ευρωπαϊκής συγκρότησης και τίθενται στην υπηρεσία ενός διαφορετικού κοινωνικού οράματος. Ωστόσο, η υιοθέτηση και η εφαρμογή τους προϋποθέτει ένα υψηλό επίπεδο ριζοσπαστικοποίησης και περνά αναγκαία μέσα από ρήξεις τις οποίες ο σοσιαλφιλελευθερισμός έχει αποδειχθεί ανίκανος να αναλάβει. Η Ευρώπη που οραματιζόμαστε, μια Ευρώπη που θα εξασφαλίζει σε όλες και όλους τις καλύτερες δυνατές συνθήκες διαβίωσης, μπορεί να γεννηθεί μόνο στη βάση ενός εναλλακτικού σχεδίου ολοκλήρωσης.

Publicités