Catherine Samary, « Η ανατολική Ευρώπη, μια νέα περιφέρεια »

par panos

Catherine Samary, « Η ανατολική Ευρώπη, μια νέα περιφέρεια », στο Σταύρος Τομπάζος, Ευρώπη. Ποια Ευρώπη; Κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εναλλακτικές πολιτικές, Πολύτροπον, 2008 

(Catherine Samary, « L’Europe de l’Est, une nouvelle périphérie »)

ISBN 976-960-8354-81-4, Σελίδες 135-166

*

«Βρισκόμαστε σε μια ιστορική συγκυρία που δεν έχει προηγούμενο, χωρίς να διαθέτουμε ούτε έτοιμες λύσεις ούτε προδιαγεγραμμένους στόχους. Η ιδέα ότι η οδός της νεωτερικότητας και της ευημερίας της «μετα-κομμουνιστικής» Ευρώπης περνά από τη Βολιβία μπορεί να φαίνεται παράλογη. Δυστυχώς, η κατεύθυνση που έχουμε χαράξει οδηγεί κατευθείαν στη Βολιβία»

Karol Modzelevski

Από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και το διαμελισμό της Σοβιετικής Ένωσης, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλ- κανίων ξαναβρίσκονται υποτελείς σε σχέσεις κυριαρχίας που αυτή τη φορά ασκούνται από τα θεσμικά όργανα της παγκοσμιοποίησης, και πιο συγκεκριμένα την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.). Τα κριτήρια «μετάβασης προς τις οικονομίες της αγοράς» επιβλήθηκαν σαν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την ένταξη στην Ε.Ε. Σήμαναν ωστόσο μια σημαντική κοινωνική οπισθοχώρηση την οποία, ακόμα κι αν προσπαθούν να αποκρύψουν διάφοροι περίτεχνοι όσο και αναληθείς λόγοι περί επιτυχούς μετάβασης, μαρτυρά με τον πιο γλαφυρό τρόπο η άνοδος τόσο των ξενοφοβικών ψήφων όσο και της αποχής κατά τις πολυκομματικές εκλογές. Οι ίδιες πάντως οι Ανατολικές χώρες αντιμετωπίζουν την ένταξή τους στην Ε.Ε. σαν το «λιγότερο κακό» και βλέπουν σε αυτήν ένα μέσο αντίστασης σε μια απόλυτη περι- φερειοποίηση. Η επίλυση αυτής της αμφισημίας εξαρτάται από τον επερχόμενο συσχετισμό κοινωνικο-οικονομικών δυνάμεων…

Το τέλος της ιστορίας;

Οι ιδεολόγοι του «τέλους της Ιστορίας» αποπειράθηκαν να αναγάγουν το «σοβιετικό αιώνα» σε μια «παρένθεση» παρεκτροπών. Το κλείσιμο μιας τέτοιας παρένθεσης θα επέτρεπε λοιπόν τον ενταφιασμό όχι μόνο της συνεισφοράς αλλά και της ίδιας της νομιμότητας των αντιστάσεων στην κυρίαρχη από τον 19ο αιώνα καπιταλιστική τάξη πραγμάτων. Έτσι λοιπόν, οι περιγραφές του παρελθόντος, όπως εξάλλου και του παρόντος, τείνουν να αποσιωπούν τις σχέσεις ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας: το ιστορικό και ιδεολογικό ψέμα υπηρετεί την αξίωση ότι υπάρχει ένας και μόνο δυνατός «πολιτισμός», προ- κειμένου να ιεροποιήσει -να θέσει δηλαδή στο απυρόβλητο- τον υπαρκτό καπιταλισμό.

Ωστόσο, από τον 19ο αιώνα, κι ακόμα περισσότερο μετά το τέλος της ΕΣΣΔ, οι χώρες του Κέντρου του «καπιταλιστικού συστήματος-κόσμου» διατηρούν την οικονομική και στρατιωτική εξουσία, την οποία επιβάλλουν στην ημι-περιφέρειά τους[i]. Μέρος αυτής της ημι-περιφέρειας ήταν (και είναι εκ νέου) η ανατολική και βαλκανική Ευρώπη… Πρόκειται για περιοχή με μεικτούς πληθυσμούς η οποία κατά τον 19ο αιώνα και μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο τελούσε ακόμα υπό την κυριαρχία και τους ανταγωνισμούς των τριών μεγάλων αυτοκρατοριών (οθωμανικής, αυστρο-ουγγρικής και ρωσικής), προτού γνωρίσει την αποικιοκρατική επέκταση των πρώτων βιομηχανικών εθνών-κρατών (αρχικά της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας και αργότερα της Γερμανίας). Κατά τον 19ο αιώνα, για τις μεγάλες δυνάμεις της Δύσης η «Εγγύς Ανατολή» περιλάμβανε τα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία, ενώ το «Ανατολικό ζήτημα» συνόψιζε τον νεο-αποικιακό διαμελισμό αυτών των περιοχών μετά την απόσπασή τους από την οθωμανική αυτοκρατορία. Από τα Βαλκάνια μέχρι τον Λίβανο, η κυνική εργαλειοποίηση που επιφύλαξαν οι μεγάλες δυνάμεις στα ζητήματα εθνικής ανεξαρτησίας έχει αφήσει έντονα τα ίχνη της μέχρι τις μέρες μας[ii].

Προτού ακόμα ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος και ενώ βρίσκονταν ήδη υποτελείς σε σχέσεις καπιταλιστικής περιφερειοποίησης[iii], οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων γνώριζαν δείκτες ανάπτυξης που απέκλιναν σημαντικά από τους αντίστοιχους της Δυτικής Ευρώπης. Μόνο η Τσεχοσλοβακία και η Ουγγαρία διέφευγαν του κανόνα: η Τσεχοσλοβακία, εγγύτερη των κρατών του δυτικο-ευρωπαϊκού «Κέντρου», τόσο από άποψη γεωστρατηγική όσο και πολιτική, είχε προβεί κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου αφενός σε πραγματική αυτοδύναμη εκβιομηχάνιση και αφετέρου σε σημαντική μείωση του αναλφαβητισμού[iv]. Από την άλλη μεριά, η Ουγγαρία κληρονόμησε την οικονομική αυτονομία που είχε ήδη κατακτήσει στους κόλπους της αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας. Ωστόσο, στις υπόλοιπες χώρες της περιοχής η βιομηχανική παραγωγή αντιστοιχούσε σε ποσοστά χαμηλότερα του 20% του ΑΕΠ τους και η αγροτική παραγωγή ξεπερνούσε συχνά το 80%. Η εξωτερική εξάρτηση των χωρών αυτών καταδεικνυόταν με σαφήνεια στο μερίδιο των ξένων κεφαλαίων. Όπως σημειώνει ο François Bafoil, «το μερίδιο του ξένου κεφαλαίου στη βιομηχανία μεταξύ 1919 και 1939 ξεπερνά σχεδόν πάντα το 20%. Είναι δε οι λιγότερο αναπτυγμένες χώρες αυτές που προσελκύουν τις άμεσες ξένες επενδύσεις, ενώ η Ουγγαρία και οι Τσεχοσλοβακία είναι οι χώρες που επωφελούνται (sic) λιγότερο, στο μέτρο που κατά την προηγούμενη περίοδο είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν τις βάσεις της ανάπτυξής τους»[v]. Πιο συγκεκριμένα, οι άμεσες ξένες επενδύσεις[vi] ανέρχονταν στο 30% του βιομηχανικού κεφαλαίου στη Δημοκρατία της Τσεχίας, στο 40% στην Πολωνία, στο 50% στη Ρουμανία. Κάλυπταν δε κατά κύριο λόγο τους τομείς των τραπεζών και της βαριάς βιομηχανίας, δηλαδή τους τομείς στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο της βιομηχανικής ανάπτυξης. Κατά συνέπεια, η ανάπτυξη ή η υπανάπτυξη των χωρών αυτών βρίσκονταν σε άμεση εξάρτηση από τις πιστώσεις και τις άμεσες επενδύσεις των οικονομικά ισχυρών χωρών… Το 1938 οι άμεσες ξένες επενδύσεις προέρχονταν κατά κύριο λόγο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, δεδομένου ότι μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο είχε επέλθει η οικονομική απώθηση των Γερμανών και των Αυστριακών από την Κεντρική Ευρώπη, ύστερα δε από το 1930 και από την Πολωνία. Στις παραμονές του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου η αδυναμία της Γαλλίας να διατηρήσει μια σταθερή ροή επενδύσεων προς τη βιομηχανία της Γιουγκοσλαβίας θα ωθήσει την τελευταία να στραφεί στις επενδύσεις της Γερμανίας, που αναζητούσε την εποχή αυτή τη δική της περιφέρεια προκειμένου να ενισχύσει τη στρατιωτική της βιομηχανία.

Η Οκτωβριανή επανάσταση του 1917 είχε πολύ σημαντικό -αν και όχι ομοιόμορφο- αντίκτυπο στην ανατολική Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Δημοκρατία της Τσεχίας[vii] και ήδη από τις πρώτες εκλογές της δεκαετίας του ’20 στο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Το εν λόγω Βασίλειο -που θα μετατραπεί σε δικτατορία το 1929, παίρνοντας το όνομα Γιουγκοσλαβία- θα κληθεί από τις νικήτριες δυνάμεις να παίξει το ρόλο του αναχώματος στην επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης. Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό, οι εσωτερικές διαμάχες των χωρών του ιμπεριαλιστικού Κέντρου και οι αντιστάσεις τόσο στην καπιταλιστική κυριαρχία όσο και στη σταλινοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης θα συμβάλουν στη διαμόρφωση περίπλοκων συμμαχιών, που με τη σειρά τους θα καθορίσουν τις εξελίξεις και θα αποτυπωθούν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο στη διεύρυνση των χωρών που επικαλέστηκαν το σοσιαλισμό. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τους αρχικούς λόγους συγκρότησής τους, τα καθεστώτα αυτά, ειδικότερα στην Ανατολική Ευρώπη, θα αποδυθούν σε μια αυτοδύναμη εκβιομηχάνιση προκειμένου να αυτο-προστατευτούν από τις ιμπεριαλιστικές εμπορικές σχέσεις, οι οποίες είχαν αφήσει χέρσες και ανεκμετάλλευτες ολόκληρες περιοχές, κρίνοντάς τες μη «κερδοφόρες», και μια μεγάλη μάζα πληθυσμού βυθισμένη στη φτώχεια.

Ο «σοβιετικός αιώνας» δεν ήταν μια παρένθεση

Για την Ανατολική Ευρώπη η «κομμουνιστική» φάση σήμανε μια «εκτεταμένη και εντατική» ανάπτυξη που, αν και χαρακτηρίστηκε από τη γνωστή γραφειοκρατική κατασπατάληση, επέφερε αδιαμφισβήτητη κοινωνική πρόοδο. Οι κοινωνίες που μέχρι το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο παρέμεναν κατά κύριο λόγο αγροτικές και με υψηλά ποσοστά αναλφαβητισμού άρχισαν να αποκτούν γενικευμένη πρόσβαση στην υγεία, την εκπαίδευση, τα πολιτιστικά αγαθά και τα είδη πρώτης ανάγκης. Το βιοτικό τους επίπεδο γνώρισε σημαντική βελτίωση και άρχισε για πρώτη φορά να συγκλίνει με το αντίστοιχο της δυτικής Ευρώπης… Επρόκειτο όμως για μια (κακώς νοούμενη) πλήρη απασχόληση ανθρώπινων και φυσικών πόρων στο πλαίσιο ενός οικονομικού συστήματος όπου το χρήμα και τα συστήματα τιμών υπηρετούσαν και υποτάσσονταν στον προγραμματισμό «πενταετών προγραμμάτων». Όσοι ήταν 20 χρόνων το 1980 λαχταρούσαν, όπως είναι φυσικό, κάτι άλλο από την γκρίζα γραφειοκρατία και το πολιτικό μονοπώλιο του κόμματος-κράτους αυτών των καθεστώτων. Λαχταρούσαν όχι μόνο τις ελευθερίες, αλλά και τα γεμάτα καταστήματα και τις προηγμένες τεχνολογίες των γειτονικών τους χωρών. Την ίδια στιγμή, ζούσαν σε χώρες με τα μικρότερα ποσοστά φτώχειας και κοινωνικών ανισοτήτων στον κόσμο… Έτσι εξηγείται το ιδιαίτερο σοκ που υπέστησαν αυτές οι κοινωνίες με την έλευση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Ενώ σήμερα οι άμεσες ξένες επενδύσεις και η κατάργηση κάθε προστατευτικού μέτρου έναντι της παγκόσμιας αγοράς επιβάλλονται σαν οι απαρέγκλιτοι όροι για την οικονομική ανάπτυξη, η εκβιομηχάνιση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων συντελέστηκε στη βάση τόσο της οικονομικής ανεξαρτησίας των επιμέρους περιοχών όσο και ενός αυστηρού οικονομικού προστατευτισμού.

Η Κοινότητα Αμοιβαίας Οικονομικής Βοήθειας (COMECON), στο πλαίσιο της οποίας οργανώθηκαν οι οικονομικές σχέσεις των χωρών του σοβιετικού «στρατοπέδου» (με εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία, που αναζητούσε πιο ισορροπημένες διεθνείς σχέσεις χωρίς να συμμετάσχει εξολοκλήρου στο Συμβούλιο Αμοιβαίας Οικονομικής Βοήθειας[viii]), κατάφερε να εξασφαλίσει στις χώρες-μέλη της μια σχετική αυτάρκεια μέχρι τη δεκαετία του ’70. Αν και μεταξύ των χωρών αυτών υπήρχε στην πραγματικότητα ένας διεθνής καταμερισμός εργασίας, η κυρίαρχη τάση των εθνικών «κομμουνιστικών καθεστώτων» ήταν να προκρίνουν την αυτοδύναμη ανάπτυξη στη βάση μιας προγραμματισμένης παραγωγής και να εισάγουν μόνο ό,τι δεν ήταν σε θέση να παράγουν. Σύμφωνα με τη λογική αυτή, οι εξαγωγές δεν αποτελούσαν στόχο που έχρηζε μεγιστοποίησης, αλλά μέσο αποπληρωμής των εισαγωγών, οι οποίες έπρεπε σε κάθε περίπτωση να διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα. Επρόκειτο για ένα σύστημα που λειτουργούσε κατά κύριο λόγο στη βάση της ανταλλαγής και ήταν προστατευμένο από τους όρους της παγκόσμιας αγοράς. Η Σοβιετική Ένωση προμήθευε τις υπόλοιπες χώρες με τις βασικές πρώτες ύλες και με όρους πιο ευνοϊκούς από αυτούς που θα απαιτούσε η ενδεχόμενη ένταξή τους στην καπιταλιστική παγκόσμια αγορά: Το σοβιετικό πετρέλαιο διακινούταν σε τιμές χαμηλότερες από τις αντίστοιχες της παγκόσμιας αγοράς και αποπληρωνόταν από βιομηχανικά αγαθά που παρήγαγαν οι εν λόγω χώρες τα οποία δεν θα μπορούσαν να πουληθούν το ίδιο εύκολα σε άλλες αγορές[ix]. Τα προστατευτικά αυτά μέτρα, παρά τα μειονεκτήματά τους, κατάφεραν να διασφαλίσουν μια αυτοδύναμη ανάπτυξη.

Σε διάστημα τεσσάρων δεκαετιών σε όλες τις χώρες που επικαλέστηκαν το σοσιαλισμό το μερίδιο της βιομηχανικής παραγωγής ως ποσοστό του ΑΕΠ τους κατέκτησε την πρώτη θέση, περιορίζοντας την αγροτική παραγωγή σε ποσοστά χαμηλότερα του 30%. Η ραγδαία αυτή εκβιομηχάνιση πραγματοποιήθηκε στη βάση της υπερ-εκμετάλλευσης ανθρώπινων και φυσικών πόρων και γνώρισε σημαντική κάμψη κατά τη δεκαετία του ’70. Συνοδεύτηκε όμως και από μέτρα κοινωνικής προστασίας και άμεσες παροχές (σε κατοικία, υγεία, προσχολική αγωγή, παιδεία κ.λπ.), χάρη στους μεγάλους δημόσιους οργανισμούς. Έτσι, επέτρεψε τόσο τη διατήρηση μιας σταθερής απασχόλησης όσο και την εδραίωση της…γραφειοκρατίας.

Μακριά από το να συνιστούν ένα ομοιογενές σύνολο, χωρίς ιδιαίτερες παραδόσεις, ιστορίες και αγώνες, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης γνώρισαν διακριτές πολιτικές πορείες, ποικίλες εσωτερικές διαμάχες και κρίσεις στις σχέσεις τους με τη Σοβιετική Ένωση, διαφορετικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις: Η Ρουμανία του Τσαουσέσκου ή η Τσεχοσλοβακία την επαύριο της σοβιετικής εισβολής του 1968 διέφεραν κατά πολύ από την Ουγγαρία μετά το 1956 ή και από τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Η Πολωνία των εργατικών συμβουλίων του 1956 δεν γνώρισε τα σοβιετικά τανκς που στάλθηκαν την ίδια περίοδο στην Ουγγαρία – κάτι που μεταξύ άλλων εξηγεί γιατί οι διαδοχικές εμπειρίες εργατικών κινητοποιήσεων που γνώρισε μέχρι και το κίνημα της Solidarnosc, το 1979-80, διέφεραν ιδιαίτερα από τις αντίστοιχες των «αδελφών» χωρών… Η πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο περίοδος, όπως και οι διαφορετικές εμπειρίες που κληροδότησε η εξουσία του μονοκομματισμού, άφησαν έντονα ίχνη μέχρι τις μέρες μας. Σε αυτά πρέπει να αναζητήσουμε τα κύρια αίτια των διαφορών που παρατηρούμε σήμερα μεταξύ των χωρών αυτών. Αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι πως πουθενά δεν θα βρούμε στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι η σχετική βελτίωση που γνώρισαν κάποιες από τις χώρες αυτές οφείλεται στην υιοθέτηση και εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών – η πραγματικότητα υποδεικνύει μάλλον το αντίθετο. Σε ό,τι δε αφορά την αναζήτηση των λόγων που οδήγησαν στην καπιταλιστική παλινόρθωση (1980-90), θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο να σταθούμε στον τρόπο διαμόρφωσης και διάρθρωσης των πολιτικών συσχετισμών τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό των χωρών αυτών.

Όξυνση των εξωτερικών εντάσεων και πιέσεων: υπερχρέωση κάποιων πρώην «κομμουνιστικών χωρών» και αγώνας ταχύτητας στους εξοπλισμούς

Κατά τη δεκαετία του ’70 το σύνολο των πρώην «κομμουνιστικών χωρών» ήταν «χρεωμένο» (σε προϊόντα) έναντι του βασικού του προμηθευτή πρώτων υλών, τη Σοβιετική Ένωση: Η οικονομική «υποστήριξη» της ΕΣΣΔ συμπεριλαμβανόταν στα μέσα πολιτικού ελέγχου… Το «χρέος» αυτό, που αναγόταν σε «είδος» και όχι σε χρήμα, κατάφερνε για κάποιο διάστημα να αντισταθμίζει το βάρος ενός δεύτερου χρέους, αυτή τη φορά έναντι της Δύσης, το οποίο όμως διογκώθηκε κατά τη δεκαετία του 1970. Το δεύτερο αυτό χρέος προέκυψε από το άνοιγμα των αγορών πολλών χωρών της κεντρικής Ευρώπης τόσο σε εισαγωγές όσο και σε ιδιωτικές χρηματοδοτικές πιστώσεις προερχό- μενες από τη Δύση. Πρέπει να σημειώσουμε πως για την ΕΣΣΔ δεν υπήρχε ζήτημα τέτοιου χρέους, δεδομένου ότι από το 1917 ήταν σε ισχύ ένα πάγιο μποϊκοτάζ, ταυτόχρονα οικονομικό και βιομηχανικό, που μεταφραζόταν επίσης σε πάγωμα των εισαγωγών προηγμένης τεχνολογίας. Το άνοιγμα στις δυτικές εισαγωγές με στόχο την κατάκτηση των σύγχρονων τεχνολογιών περνούσε έτσι (με τη συμφωνία της Σοβιετικής Ένωσης) από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, για τις οποίες δεν υφίστατο το δυτικό μποϊκοτάζ. Κάποιες φορές μάλιστα αυτό είχε ως τίμημα την ανάσχεση κοινωνικών μεταρρυθμίσεων στις χώρες αυτές. Η ενσωμάτωση των δυτικών τεχνολογιών στόχευε βραχυπρόθεσμα στη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, ενώ μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα απέβλεπε στη βελτίωση της παραγωγικότητας σε ό,τι αφορά τα εξαγώγιμα προϊόντα, προκειμένου να επέλθει με αυτόν τον τρόπο ισορροπία στο ισοζύγιο των συναλλαγών. Ωστόσο, ο γραφειοκρατικός συντηρητισμός κατέστησε ελάχιστα αποτελεσματικές τις εισαγωγές δυτικής τεχνολογίας.

Η ανάληψη της εξουσίας από τον Ρέιγκαν και η σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν εγκαινίασαν την τελευταία φάση ενός αγώνα δρόμου στον τομέα των στρατιωτικών εξοπλισμών. Ενώ η φάση αυτή είχε ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες για την ΕΣΣΔ, επέτρεψε αντίθετα στις ΗΠΑ να περάσουν στην αντεπίθεση και να ανακάμψουν από τη δική τους πολυδιάστατη κρίση. Οι δημόσιες εξοπλιστικές δαπά- νες των ΗΠΑ ενίσχυσαν δραστικά την έρευνα και την καινοτομία, επιτρέποντας την ανάκαμψη της οικονομίας της, που βρισκόταν σε ύφεση από την αρχή της δεκαετίας, και την ανάκτηση μιας παγκό- σμιας πολιτικο-στρατιωτικής και τεχνολογικής ηγεμονίας που επισφραγίστηκε με στρατιωτικές επεμβάσεις που ακολούθησαν κατά την επόμενη δεκαετία. Η τεχνολογική επανάσταση στις ΗΠΑ, αλλά και στις άλλες προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, επρόκειτο να μετατραπεί σε βασικό μοχλό για τις κυρίαρχες τάξεις προκειμένου να αναδιαμορφώσουν τις κοινωνικές σχέσεις και τους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων. Ταυτόχρονα, επρόκειτο να μεγεθύνει το χάσμα ανάμεσα στο δυτικό και το «κομμουνιστικό στρατόπεδο».

Η δεκαετία του 1980 αποδείχθηκε δεκαετία όξυνσης του προβλήματος του χρέους για πολλές πρώην «κομμουνιστικές χώρες» (Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία, Ουγγαρία, Πολωνία και Ανατολική Γερμανία) που, μη μπορώντας να προχωρήσουν σε βαθιές μεταρρυθμίσεις και σε αντιγραφειοκρατικό κοινωνικό μετασχηματισμό μεγάλης κλίμακας, είχαν στραφεί κατά την προηγούμενη δεκαετία σε εισαγωγές δυτικής τεχνολογίας με ιδιωτική χρηματοδότηση[x]. Αυτή η όξυνση του προβλήματος του χρέους θα σημάνει μια νέα ιστορική φάση εξωτερικών πιέσεων για τις κοινωνίες της Ανατολικής Ευρώπης, τη στιγμή μάλιστα που η Σοβιετική Ένωση του Γκορμπατσόφ στρεφόταν στην εξωτερική «επίλυση» των οικονομικών της προβλημάτων: Στόχος της ήταν να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες για τον εκσυγχρονισμό της δυτικές πιστώσεις. Η αναζήτηση ισχυρών νομισμάτων προκειμένου να αντισταθμίσει τις αναγκαίες γι’ αυτήν εισαγωγές μεταφράστηκε σε νέες πιέσεις και εντάσεις στο εσωτερικό των χωρών της COMECON κατά τα τέλη του 1980 – όταν δηλαδή η Σοβιετική Ένωση άρχισε να απαιτεί την αποπληρωμή του χρέους και μάλιστα με σκληρούς συναλλαγματικούς όρους.

Στο μεταξύ, οι πέντε χρεωμένες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης γνώρισαν διαφορετικούς πολιτικο-οικονομικούς προσανατολισμούς που στην καμπή της δεκαετίας του 1980 θα αποδειχθούν αποφασι- στικής σημασίας για την ιστορική «μετάβαση» και την αλλαγή του συστήματος:

–      Η Ομοσπονδία της Γιουγκοσλαβίας γνώρισε την ιδιαίτερη συσσώ- ρευση οικονομικών προβλημάτων, με αποτέλεσμα την παντελή απορύθμιση με βασικούς μοχλούς τις ισχυρές πιέσεις του ΔΝΤ καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 και έναν υπερ-πληθωρισμό τριψήφιου αριθμού. Οι οξύτατες κοινωνικές και εθνικές διενέξεις δεν θα αργήσουν να οδηγήσουν τη χώρα σε πλήρη παραλυσία.

–      Οι ούγγροι κομμουνιστές ηγέτες ήταν οι μόνοι που αποφάσισαν να απαντήσουν στην κρίση του εξωτερικού χρέους εκχωρώντας τις πιο «αποδοτικές» επιχειρήσεις της χώρας στο ξένο κεφάλαιο (κάτι που τους επέτρεψε σε πρώτο χρόνο να μετριάσουν τις εσω- τερικές πολιτικές λιτότητας), καθιστώντας την Ουγγαρία την κατεξοχήν χώρα υποδοχής των άμεσων ξένων επενδύσεων και θέτοντάς την στην πρωτοπορία της επερχόμενης «μετάβασης».

–      Αντιθέτως, ο δικτάτορας Τσαουσέσκου επέμεινε στην πλήρη απο- πληρωμή του χρέους της Ρουμανίας εις βάρος του ρουμανικού λαού (κάτι που η ρουμανική νομενκλατούρα έκρινε τελικά τόσο επιβαρυντικό για την ίδια, ώστε υπέθαλψε μια ψευδο-«επανά- σταση», που συνοδεύτηκε από την εκτέλεση του δικτάτορα στα τέλη της δεκαετίας του 1980).

–       Την ίδια εποχή πραγματοποιήθηκε η απορρόφηση της Ανατολικής Γερμανίας από την Ομοσπονδιακή Γερμανία. Η απόφαση αυτή πάρθηκε με τη σύμφωνη γνώμη της ΕΣΣΔ, η οποία προέβη στον επαναπατρισμό των στρατευμάτων της, αφού πρώτα εξασφάλισε κάποια οικονομικά ανταλλάγματα από μέρους της Γερμανίας.

–      Τέλος, μετά την καταστολή της Solidarnosc από το βούρδουλα του πολωνού στρατηγού Γιαρουζέλσκι, ήλθε η ώρα των πιο συμβιβα- στικών λύσεων. Η «θεραπεία» που επιλέχθηκε ήταν η εισαγωγή του φιλελευθερισμού στην Πολωνία με βασικό «θεράποντα» τις ΗΠΑ, που στις αρχές της δεκαετίας του 1990 αποφάσισαν να διαγράψουν το χρέος της Πολωνίας.

Στην Ανατολική Γερμανία και την Πολωνία η ανάδυση των νέων «ελίτ» στην εξουσία συνοδεύτηκε, αν δεν ταυτίστηκε, με την άμεση εφαρμογή πολιτικών ιδιωτικοποίησης…

Η καπιταλιστική παλινόρθωση δεν ήταν μια ενδογενής απάντηση στις κρίσεις που γνώρισαν οι πρώην «κομμουνιστικές χώρες» και η Σοβιετική Ένωση

Η καπιταλιστική παλινόρθωση δεν προήλθε από τη λαϊκή βούληση παρά μόνο στη Ανατολική Γερμανία – εξαιτίας του ιδιάζοντος εθνικού ζητήματος και της ελπίδας ότι η ενοποίηση θα επέτρεπε τη μετάβαση σε ένα «κοινωνικό» μοντέλο αγοράς και την πρόσβαση σε ένα βιοτικό επίπεδο από τα πιο υψηλά του κόσμου… Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και στην Ανατολική Γερμανία η νοσταλγία για το παλιό καθεστώς παραμένει εξαιρετικά έντονη ακόμα και σήμερα.

Η καπιταλιστική παλινόρθωση δεν έτυχε πουθενά σημαντικής δημοτικότητας, ακριβώς γιατί πήρε τη μορφή μιας περιφρόνησης του παρελθόντος, μιας θολής και νεοαποικιακής αποδόμησης της ιστορίας και των κοινωνικών κεκτημένων. Οι μεταρρυθμίσεις επιβλήθηκαν από τα πάνω και επιδείνωσαν την καθημερινότητα της πλειοψηφίας των πληθυσμών, ενώ βρήκαν ένα αποφασιστικής σημασίας στήριγμα στο μηχανισμό των παλαιών κομμάτων-κρατών. (Ακόμα κι αν οι ανερχόμενοι νεο-αστοί δεν διέθεταν σχεδόν κανένα κεφάλαιο προκειμένου να επενδύσουν στις ιδιωτικοποιήσεις που αποφάσιζαν![xi])

Οι «εξωγενείς» εκφάνσεις της εμπορευματοποίησης, των ιδιωτικοποιήσεων και του εκχρηματισμού της οικονομίας συνόδευαν έναν «άρρητο» στόχο: Για τα δυτικά, και ειδικότερα αμερικανικά, κέντρα αποφάσεων σήμαναν τη λήξη της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου. Ο στόχος αυτός συγκεκριμενοποιήθηκε με τη συστηματική εκθεμε- λίωση των πρότερων μηχανισμών εκβιομηχάνισης, καθώς και με τις γενικευμένες και επιβαλλόμενες ιδιωτικοποιήσεις.

Ενώ οι λαοί οραματίζονταν τη βελτίωση των όρων διαβίωσής τους και την κατάκτηση περισσότερων ελευθεριών, οι μεταρρυθμίσεις έμελλε να ενισχύσουν τόσο τις σχέσεις κυριαρχίας όσο και τις κοινωνικές ανισότητες, χωρίς να οδηγήσουν -ούτε στην Ανατολική Ευρώπη ούτε εξάλλου στον υπόλοιπο κόσμο- σε έναν πραγματικό οικονομικό εκδημοκρατισμό.

Σήμερα, μετά από δεκαπέντε περίπου χρόνια υποτιθέμενου «εκσυγχρονισμού», ο αγροτικός πληθυσμός παρουσιάζει αυξητικές τάσεις, γεγονός που αντανακλά μια επιστροφή στη γη εν είδει κοινωνικής προστασίας, ενώ ταυτόχρονα τα ποσοστά του προσδόκιμου ζωής εμφανίζονται επιδεινωμένα σε σύγκριση με τα αντίστοιχα της δεκαετίας του 1970. Το 1999, δηλαδή δέκα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, το ΑΕΠ των τριών βαλτικών χωρών παρουσίαζε πτώση της τάξης του 20% σε σύγκριση με το αντίστοιχο του 1989. Η Δημοκρατία της Τσεχίας, η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Σλοβενία μόλις σήμερα καταφέρνουν να ξαναβρούν ή να ξεπεράσουν ελάχιστα τα επίπεδα του ΑΕΠ τους το 1989. Μόνο η Πολωνία γνώρισε μια αύξηση της τάξης του 20% σε σύγκριση με το 1989 (κυρίως γιατί το 1989 το ΑΕΠ της ήταν ιδιαίτερα χαμηλό, δεδομένου ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης καθ’ όλη τη δεκαετία της εξουσίας του Γιαρουζέλσκι και της καταστολής της Solidarnosc βρίσκονταν σε ελεύθερη πτώση), χάρη στην κατάργηση του εξωτερικού της χρέους στις αρχές της δεκαετίας του 1990, κάτι που σπάνια επισημαίνεται. Αν λοιπόν από το τέλος της δεκαετίας του 1990 γίνεται λόγος για «ανάκαμψη», είναι γιατί οι «δείκτες ανάπτυξης» στο σύνολο των χωρών αυτών ήταν κατά μέσο όρο υψηλότεροι από τους αντίστοιχους -και ιδιαίτερα χαμηλούς- της Ε.Ε. (με εξαίρεση τη Δημοκρατία της Τσεχίας, που υπέστη το σοβαρό πλήγμα της ύφεσης μεταξύ 1997 και 1999). Ας μην ξεχνάμε όμως πως η «ανάκαμψη» αυτή δεν αποτελεί παρά μια στατιστική μέτρηση στη βάση των ποσοστών αύξησης του ΑΕΠ. Στην πραγματικότητα, συνοδεύεται από την επιδείνωση τόσο του βιοτικού επιπέδου όσο και της απασχόλησης για τη μεγάλη πλειονότητα των πληθυσμών. Παραδόξως, πρόκειται για «ανάπτυξη» που καταργεί περισσότερες θέσεις εργασίας απ’ όσες δημιουργεί (σήμερα, η ανεργία στην Πολωνία αγγίζει το 20% και η λαϊκιστική Δεξιά χρωστά τη νίκη της στις τελευταίες εκλογές ακριβώς στο γεγονός ότι στήριξε την προεκλογική της εκστρατεία στην εν λόγω θεματική). Η ανεργία καλύπτεται τεχνηέντως τόσο πίσω από την αύξηση…του αγροτικού πληθυσμού όσο και πίσω από τη συρρίκνωση του ενεργού πληθυσμού: ένα σημαντικό μέρος, κυρίως γυναικών, παραιτείται από την αναζήτηση εργασίας ή στρέφεται (αν δεν εξαναγκάζεται) στην πορνεία! Η ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών υγείας και των βρεφονηπιακών υποδομών και η συρρίκνωση των προϋπολογισμών για την εκπαίδευση -εν πολλοίς μέσω της «αποκέντρωσής» τους προς την τοπική αυτοδιοίκηση, που όμως στερείται βασικών πόρων- συνοδεύουν τη γενικευμένη αύξηση της φτώχειας, την όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και τη διόγκωση των ανισοτήτων ανάμεσα σε κέντρο και περιφέρεια. Τα συστήματα κοινωνικής προστασίας, ειδικότερα δε το συνταξιοδοτικό, μεταρρυθμίστηκαν στην κατεύθυνση των νεοφιλελεύθερων επιταγών που εισηγήθηκαν η Παγκόσμια Τράπεζα (Π.Τ.) και ο ΟΟΣΑ. Η αρχιτεκτονική των συστημάτων υγείας που στηρίζεται στους τρεις «πυλώνες» και προσαρμόζεται στο μοντέλο της Π.Τ. τέθηκε σε εφαρμογή ήδη από τη δεκαετία του 1990, περνώντας από «μεταβατικά στάδια» και παρά τις αντιστάσεις στις φιλελεύθερες επι- ταγές που υπήρξαν στη Σλοβενία και στη Δημοκρατία της Τσεχίας.

Στη Σλοβενία, τόσο το επίπεδο ανάπτυξης που κληροδότησε η εξουσία του Τίτο όσο και η αντίσταση στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι παράγοντες που εξηγούν ένα βιοτικό επίπεδο το οποίο ξεπερνά κατά πολύ αυτά των υπόλοιπων πρώην «κομμουνιστικών χωρών» και αντανακλάται σε ένα κατά κεφαλή ΑΕΠ υψηλότερο από αυτό της Ισπανίας και αντίστοιχο του 75% του μέσου όρου της Ε.Ε. των «15». Οι ιδιωτικοποιήσεις που από το 1990 αποπειράθηκε να εισηγηθεί ο Jeffrey Sachs πυροδότησαν σημαντικές κοινωνικές κινητοποιήσεις. Μετά από τις ιδιαίτερες αυτές κοινωνικές και ιδεολογικές αντιστάσεις[xii], ο μισθός δεν θεωρήθηκε σαν στοιχείο του κόστους που θα έπρεπε να συρρικνωθεί προκειμένου να προσελκύσει τις άμεσες ξένες επενδύσεις, στο μέτρο που οι τελευταίες δεν αντιμετωπίστηκαν σαν ο αναγκαίος μοχλός για τη στήριξη της ανάπτυξης και της οικονομικής αναδιάρθρωσης. Το κράτος, λοιπόν, διατήρησε περιθώρια κινήσεων ως προς τον προϋπολογισμό και τη φορολογία, ασκώντας μια πολιτική που δεν απορύθμισε την απασχόληση στις μεγάλες επιχειρήσεις. Οι μακρο-οικονομικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε εργοδοσία, κράτος και συνδικάτα περιόρισαν την έκταση της κοινωνικής αποδιάρθρωσης που γνώρισαν οι άλλες πρώην «κομμουνιστικές χώρες».

Για το σύνολο των πρώην «κομμουνιστικών χωρών», τόσο τα σημεία αφετηρίας όσο και οι μετέπειτα διαδρομές αποδείχθηκαν ιδιαίτερα διαφορετικές. Παρ’ όλα αυτά, και δεδομένων των διαφορών, μπορούμε να προβούμε σε έναν κοινό απολογισμό για το σύνολο των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, τον οποίο μάλιστα επικυρώνει και η Παγκόσμια Τράπεζα όταν στην αναφορά της για τα δέκα χρόνια «μετάβασης» σημειώνει: «(…) η φτώχεια εξαπλώθηκε και αυξήθηκε με ρυθμούς ταχύτερους από οποιαδήποτε άλλη περιοχή του κόσμου», ενώ ταυτόχρονα «οι ανισότητες οξύνθηκαν σε όλες τις οικονομίες που τελούσαν σε μετάβαση και με δραματικό τρόπο σε κάποιες από αυτές», και κάτι τέτοιο συντελέστηκε «παρά το γεγονός ότι οι χώρες της περιοχής ξεκίνησαν τη μετάβαση με επί- πεδα ανισότητας από τα πιο χαμηλά του κόσμου»[xiii].

Περιφερειοποίηση: μια κατάσταση που επιβλήθηκε πριν και ανεξάρτητα από την ένταξη στην Ε.Ε.

Κατά κανόνα -και παρά τη σλοβενική εξαίρεση[xiv], στην οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν παρέλειψε να ασκήσει σφοδρή κριτική- οι πρώην «κομμουνιστικές χώρες» αποδείχθηκαν πρωτοπόρες στην υιοθέτηση του «μοντέλου» που εκθειάζει η εργοδοσία πριν από την ένταξή τους στην Ε.Ε. Πρέπει να είναι κανείς τυφλός, ανέντιμος ή αστοιχείωτος -ή και τα τρία ταυτόχρονα- για να πιστέψει πως αυτές οι πολιτικές ήταν απόρροια μιας λαϊκής βούλησης… Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους: στο σύνολο των εν λόγω χωρών, τα κόμματα που εφάρμοσαν φιλελεύθερες επιταγές δυσκολεύτηκαν ιδιαίτερα στη συνέχεια να κατακτήσουν τις απαιτούμενες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες ή ακόμα και τα απαιτούμενα ποσοστά για την είσοδό τους στα Κοινοβούλια. Συχνά οι λαοί επανεξέλεξαν άμεσα τους πρώην Κομμουνιστές, ελπίζοντας ότι αυτοί θα μπορούσαν να εφαρμόσουν μια κοινωνική πολιτική. Επρόκειτο κατά κύριο λόγο για πρώην κομμουνιστές που αναβαπτίστηκαν σοσιαλδημοκράτες – με εξαίρεση τη Δημοκρατία της Τσεχίας, όπου το Κ.Κ. διατήρησε το όνομά του και μέχρι σήμερα έχει αποκλειστεί από την εξουσία. Δυστυχώς, εξαιτίας αυτού είναι η λαϊκιστική Άκρα Δεξιά ή οι συμμαχίες που συνήψαν με αυτήν κάποια ψευδεπίγραφα σοσιαλιστικά ρεύματα που τείνουν να αναγορευτούν σε βασικούς φορείς ενός υποτιθέμενου κοινωνικού λόγου, με σαφές ξενοφοβικό περιεχόμενο. Μπορούμε έτσι να καταλάβουμε τόσο την άνοδο της αποχής όσο και τους λόγους της έντονης επιφυλακτικότητας για την ένταξη στην Ε.Ε.: Η τελευταία εμφανίζεται πιο προστατευτική από κοινωνική άποψη -ή και σε θέση να επιτρέψει την ανάδυση σημαντικών αντιστάσεων, όπως αυτές που παρατηρούνται στη Γαλλία-, ή ακόμα και σαν φορέας πιο προοδευτικών κοινωνικών αξιών απ’ ό,τι ο ρατσισμός, η ομοφοβία και η κληρικοκρατία που συνυφαίνονται με την ευρω-φοβία… Οι επιλογές λοιπόν αποδεικνύονται περίπλοκες και τα εκλογικά αποτελέσματα αρκετά νεφελώδη ως προς τη σημασία τους.

Σε ό,τι δε αφορά το δυτικό κεφάλαιο, είναι βέβαιο πως δεν περίμενε την ένταξη των ανατολικών χωρών στην Ε.Ε. για να επεκταθεί στην περιοχή και να αποκτήσει τόσο μια νέα πελατεία όσο, και κυριότερα, τους αναγκαίους γι’ αυτό πόρους, δηλαδή μια εργατική δύναμη φθηνή, με πλούσια προσόντα και χωρίς αυστηρό πλαίσιο εργασιακής προστασίας. Οι ξένοι επενδυτές ήταν ιδιαίτερα ευτυχείς με το γεγονός ότι στις Ανατολικές χώρες δεν καλούνταν να αντιμετωπίσουν τις ευρωπαϊκές προστατευτικές ρυθμίσεις, τόσο οικονομικές όσο και περιβαλλοντικές. Ας σημειώσουμε επίσης πως βρήκαν έναν πολύτιμο σύμμαχο σε ένα τμήμα της φιλελεύθερης Δεξιάς – ειδικότερα στη Δημοκρατία της Τσεχίας- η οποία είναι αντιευρωπαϊκή, διαπνέεται από θατσερικά ιδεώδη και διατυμπανίζει πως δεν θα υποκύψει στις ρυθμίσεις των Βρυξελλών, τις οποίες χαρακτηρίζει «σοσιαλιστικές» (!) και γραφειοκρατικές…

Τέλος, σε ό,τι αφορά τις κυβερνήσεις των κυρίαρχων κρατών της Ε.Ε., είδαν με μισό μάτι τόσο την άνοδο των ποσοστών φτώχειας και ανεργίας όσο και τις καθυστερήσεις στη βιομηχανική και αγροτική αναδιάρθρωση των πρώην «κομμουνιστικών χωρών». Κι αυτό όχι γιατί αντιτίθενται στις πολιτικές που εφαρμόζονται, αλλά γιατί αναλογίζονται το πολιτικό και οικονομικό κόστος που συνεπάγεται η όξυνση των ανισοτήτων: Όλες αυτές οι χώρες, πιο αγροτικές και πιο φτωχές από τις χώρες της νότιας Ευρώπης, θα έπρεπε να λάβουν ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις που να ανέρχονται περίπου στο ήμισυ του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Αν τα κριτήρια πρόσβασης σε τέτοιες επιχορηγήσεις, όπως και τα κριτήρια της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), εφαρμόζονταν και στις υποψήφιες για ένταξη χώρες, θα έπρεπε να διπλασιαστεί το αντίστοιχο μερίδιο του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Κάτι τέτοιο βέβαια, ακόμα κι αν δεν αποτελεί υπερβολή (δεδομένου ότι σήμερα ανέρχεται στο 1,2% του ΑΕΠ της Ένωσης, τη στιγμή που οι ΗΠΑ για παράδειγμα αφιερώνουν το 20% του ΑΕΠ τους), θα ήγειρε την άμεση αντίθεση των πιο πλούσιων χωρών και περιοχών της Ε.Ε., αρχής γενομένης από τη Γαλλία και τη Γερμανία. Υπό αυτή την έννοια, στην περίπτωση του νέου ενταξιακού κύματος εφαρμόστηκε μια λογική που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με ό,τι έγινε στην περίπτωση της ένταξης χωρών όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία: στο όνομα «της συνοχής» και της «εναρμόνησης», η ένταξη αυτών των χωρών κατά τη δεκαετία του 1980 συνοδεύτηκε από οικονομικές βοήθειες που άγγιξαν το επίπεδο των ποσών του Σχεδίου Μάρσαλ. Την εποχή εκείνη είχε υπερισχύσει η παραδοχή ότι η εμπορική ενοποίηση χωρών με πολύ διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης έπρεπε πρώτα να περάσει από την άμβλυνση των μεταξύ τους αποκλίσεων. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο προβλέφθηκαν και εφαρμόστηκαν αντισταθμιστικά μέτρα ικανά να απορροφήσουν τους κραδασμούς: μέτρα που στόχευαν στην ενίσχυση των κοινωνικών, οικονομικών και νομισματικών πολιτικών, αλλά και ευρωπαϊκές επιδοτήσεις που εκταμιεύονταν άμεσα από τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

Η Ενιαία Πράξη του 1986 εισήγαγε το πλαίσιο της ενιαίας αγοράς, προετοιμάζοντας τη συγκρότηση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) στη βάση του ενιαίου νομίσματος και αποδίδοντας άμεση προτεραιότητα στην ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων. Πρόκειται για τα βασικά χαρακτηριστικά της Ε.Ε., που επρόκειτο να πάρει συγκεκριμένη πλέον μορφή το 1992. Στο μεταξύ, το απρόβλεπτο κόστος της γερμανικής ενοποίησης αποδείχθηκε ιδιαίτερα δυσβάστακτο και άσκησε ισχυρές πιέσεις στα νομισματικά και οικονομικά κριτήρια της Ένωσης. Στη συνέχεια, τα κριτήρια του Μάαστριχτ επέβαλαν τη σημαντική συρρίκνωση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και περιόρισαν τη δυνατότητα των κρατών-μελών να αντλούν νομισματική ρευστότητα από τις κεντρικές τους τράπεζες: η μείωση της φορολογίας, που επιβλήθηκε προκειμένου να λειτουργήσει ελκυστικά για τις θεμιτές ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις και επενδύσεις, είχε αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση των κρατικών εσόδων. Μετά την εμπειρία της αφομοίωσης των διοικητικών περιφερειών (Länder) της Ανατολικής Γερμανίας, η προοπτική να χρειαστεί να χρηματοδοτηθεί η ένταξη των πρώην «κομμουνιστικών χωρών» ανέστειλε γρήγορα κάθε ενθουσιασμό.

Γι’ αυτό ακριβώς, και παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις που ακολούθησαν την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις δεν ξεκίνησαν παρά το 1998. Οι διαδικασίες αυτές αφορούσαν τις πέντε υποψήφιες χώρες που κρίθηκαν οι «πιο προηγμένες» (Ουγγαρία, Πολωνία, Δημοκρατία της Τσεχίας, Σλοβενία και Λετονία), παραπέμποντας πέντε ακόμα χώρες σε ένα «δεύτερο κύμα ενταξιακής διαδικασίας». Στην πραγματικότητα, οι διαπραγματεύσεις αυτές ξεκίνησαν υπό την πίεση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, η δε διάκριση που τους επιβλήθηκε προκάλεσε τόσο την οργή των πέντε χωρών που εντάχθηκαν στο δεύτερο κύμα ένταξης όσο και το φόβο πως κάτι τέτοιο θα ενίσχυε ακόμα περισσότερο τις αποκλίσεις, αφήνοντάς τες στο περιθώριο της παγκοσμιοποίησης…

Το big-bang του 1999 ήταν πολιτικό: συνέβαινε συμβολικά δέκα χρόνια μετά την Πτώση του Τείχους και απαντούσε στην ανάγκη να ληφθεί μια απόφαση πριν από τις προβλεπόμενες για το 2004 εκλογές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η Σύνοδος της Ένωσης το Δεκέμβριο του 1999 χαρακτήρισε «αμετάκλητη» την υπόσχεση ένταξης των δέκα υποψήφιων πρώην «κομμουνιστικών χωρών» – την επέκτεινε μάλιστα και στα «δυτικά Βαλκάνια». Η εισαγωγή ενός Συμφώνου Σταθερότητας της νοτιο-ανατολικής Ευρώπης, μία μόλις ημέρα μετά το τέλος της επέμβασης του ΝΑΤΟ στο Κόσοβο, παρουσιάστηκε σαν «προθάλαμος» στην Ε.Ε. Η Σύνοδος της Θεσσαλονίκης τον Ιούνιο του 2003 επικύρωσε (χωρίς όμως να ορίσει ημερομηνίες) το σχέδιο επέκτασης της Ένωσης στις βαλκανικές χώρες, υπό τον όρο ότι προηγουμένως θα έπρεπε να βελτιώσουν τις μεταξύ τους σχέσεις, καθώς επίσης να σεβαστούν και να εφαρμόσουν τα «κριτήρια της Κοπεγχάγης»[xv].

Ωστόσο, τα κριτήρια αυτά αποδείχτηκαν μια φενάκη, στο μέτρο που δεν γίνονται σεβαστά από καμία χώρα, ακριβώς γιατί καμία χώρα δεν μετατράπηκε σε «οικονομία της αγοράς ικανή να ανταποκριθεί στους όρους του ανταγωνισμού» (αν κρίνουμε από το γεγονός ότι παντού παρατηρείται άνοδος τόσο των ποσοστών ανεργίας όσο και των εμπορικών ελλειμμάτων). Τα πολιτικά κριτήρια -που περιλαμβάνουν τις αρχές του πολιτικού πλουραλισμού και του πολυκομματισμού- εφαρμόστηκαν πιο γρήγορα, όχι όμως χωρίς προβλήματα… που ενέκυψαν όταν οι λαοί «ψήφισαν λανθασμένα» (ένα ζήτημα που ξεκίνησε από την Αυστρία και σήμερα κινδυνεύει, όπως στην Πολωνία και τη Σλοβακία, να επεκταθεί). Ο όρος περί σεβασμού των δικαιωμάτων των μειονοτήτων αποδείχθηκε προβληματικός, αφενός εξαιτίας της απροσδιοριστίας του και αφετέρου γιατί υπάρχουν ελάχιστα κοινά σημεία ανάμεσα στον τρόπο που διαχειρίζεται το εθνικό ζήτημα και το ζήτημα των μειονοτήτων η Γαλλία, η Ισπανία, η Γερμανία, η Ελλάδα κ.λπ. Τέλος, το «κοινοτικό κεκτημένο» χρήζει περαιτέρω επεξεργασίας και αποδεικνύεται ελλιπές σε ό,τι αφορά την Κοινή Αγροτική Πολιτική και τις διαρθρωτικές επιδοτήσεις.

Στην πραγματικότητα, η ευρωπαϊκή συγκρότηση «προχωρεί» επειδή οι ηγέτες της Ε.Ε. φοβούνται πως ενδεχόμενη διακοπή της διαδικασίας θα αποδεικνυόταν πολύ πιο επικίνδυνη από ό,τι η συνέχισή της, για πολιτικούς λόγους: Είναι ακριβώς οι αποτυχίες και οι αβεβαιότητες της «μετάβασης» που οδήγησαν στο «big-bang», και είναι γεω- στρατηγικά κριτήρια μαζί με κριτήρια γεωγραφικής συνοχής για τον έλεγχο των μεταναστευτικών ρευμάτων που καθορίζουν κατά κύριο λόγο τα σύνορα της διευρυμένης Ε.Ε. Την ίδια όμως στιγμή ο κίνδυνος της έκρηξης ελλοχεύει και μάλιστα εξαιτίας της ίδιας της εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στο σύνολο της Ένωσης…
Στην Ανατολική Ευρώπη, οι πολιτικές αυτές εφαρμόστηκαν από τις κρατικές εξουσίες σε κοινωνίες χωρίς δημοκρατικές παραδόσεις και ταυτόχρονα με μια κληρονομιά πολύ ισχυρών συστημάτων κοινωνικής προστασίας. Έσυραν κατ’ αυτόν τον τρόπο το σύνολο της περιοχής «προς τη Βολιβία», όπως σημειώνει η Karol Modzelevski, αλλά και προς μια ολοένα και πιο έντονη αντι-δημοτικότητα της «Ευρώπης», στο μέτρο που η τελευταία χρησιμοποιήθηκε σαν άλλοθι για την εισαγωγή μέτρων κοινωνικής απορύθμισης.
Μια ανομολόγητη ελπίδα στην επιλογή του «big-bang» είναι ότι η ένταξη στην Ε.Ε. θα απαντούσε στο ανικανοποίητο λαϊκό αίσθημα μέσω κάποιων αντισταθμιστικών μέτρων και θα βοηθούσε έτσι στην εξομάλυνση των αντιπαραθέσεων και των συγκρούσεων. Εν έτει 1999, αποτελούσε αναμφίβολα και μια απάντηση στην επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία. Σε κάθε περίπτωση όμως, επρόκειτο για πολιτικο- ιδεολογική διακύβευση: ο Ψυχρός Πόλεμος δεν τερματίστηκε με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου ή το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης.

Έπρεπε να δοθεί απάντηση στην αντίληψη που κερδίζει διαρκώς έδαφος στη λαϊκή συνείδηση στις Ανατολικές χώρες -και αποτυπώνεται σε αλλεπάλληλες δημοσκοπήσεις- σύμφωνα με την οποία η ζωή στο «σοσιαλιστικό παρελθόν» ήταν καλύτερη…

Η πραγματικότητα της θέσης του κυριαρχούμενου ή/και της ημι-περιφερειοποίησης είναι εντονότερη μέσα ή έξω από την Ένωση;

Κάποια ρεύματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς αρκούνται στο χαρακτηρισμό της Ε.Ε. αφενός ως ιμπεριαλιστικού κράτους σε εμβρυακή κατάσταση που επιταχύνει την κοινωνική οπισθοδρόμηση μέσω νεοφιλελεύθερων πολιτικών και αφετέρου ως φορέα αντι-δημοκρατικών θεσμών, προκειμένου να καταλήξουν στο συμπέρασμα πως θα ήταν παράλογο να υποστηρίξουμε την ένταξη σε μια τέτοια πολιτική οντότητα. Θα έπρεπε λοιπόν, με μια τέτοια λογική, να υποστηρίξουμε την απόσχιση όσων είναι ήδη μέλη; Ή μήπως θα έπρεπε να θέσουμε το ερώτημα με άλλους όρους; Πώς μπορούμε, για παράδειγμα, να αντισταθούμε πιο αποτελεσματικά στη δύναμη των αποφάσεων και στις οικονομικές κατευθυντήριες γραμμές που επιβάλλουν οι ισχυρές χώρες του ευρωπαϊκού Κέντρου στις υπόλοιπες (του Νότου και της Ανατολής); Μέσω της ένταξής τους ως ισότιμων μελών στην Ένωση ή μένοντας έξω από αυτή προκειμένου να διαφυλαχθεί η «εθνική κυριαρχία»;

Η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα δεν είναι ζήτημα «αρχής», αλλά πολιτικής επιλογής[xvi]. Κατά συνέπεια εξαρτάται από τις συνθήκες που διαμορφώνουν συγκεκριμένοι συσχετισμοί δυνάμεων, οι οποίοι επομένως χρήζουν εμπεριστατωμένης ανάλυσης. Τα συμφραζόμενα πρέπει να καθορίζονται με σαφήνεια, ενώ τα ενδεχόμενα είναι πολύ συχνά δύσκολο να προβλεφθούν. (Μια γενικευμένη κρίση της Ένωσης στη βάση ρήξεων και λαϊκών κινητοποιήσεων με σαφή αριστερό χαρακτήρα και εξάπλωση σε πολλές χώρες θα μπορούσε να έχει πολύ πιο σημαντικές επιπτώσεις από το νικηφόρο γαλλικό «Όχι» στο ευρω-σύνταγμα. Και είναι ακόμα σαφές πως η νίκη του γαλλικού «Όχι» στο ευρω-σύνταγμα δεν θα είχε την ίδια δυναμική και απήχηση αν δεν προερχόταν από τα ρεύματα της Αριστεράς αλλά από τη λεπενική Άκρα Δεξιά…)

Πρέπει να προεκτείνουμε το στοχασμό της Karol Modzelevski όταν λέει πως βρισκόμαστε σε μια κατάσταση χωρίς προηγούμενο:

–      Πρέπει να δούμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της σημερινής ευρωπαϊκής συγκρότησης, όπως και τους λόγους που οδήγησαν στη δημιουργία της, σε συνάρτηση με την παγκόσμια συγκυρία. Στην Ε.Ε. σήμερα συνυπάρχουν δύο πραγματικότητες που δεν προβλέπεται να εξαλειφθούν άμεσα: αφενός η πραγματικότητα της ομοσπονδίας και αφετέρου η πραγματικότητα των κρατών-μελών, που επιμένουν στη διαφύλαξη της εθνικής τους κυριαρχίας και των εθνικών μηχανισμών ελέγχου. Αυτή ακριβώς η συνύπαρξη καθιστά προβληματική την εμμονή σε εναλλακτικά σχήματα που προκρίνουν είτε την εθνική κυριαρχία είτε μια αφηρημένη υπέρβαση των κρατών-μελών. Η προτεραιότητα είναι η σταθεροποίηση των αγώνων σε ένα «καλό επίπεδο» και οι συνεπείς απαντήσεις σε προβλήματα της καθημερινότητας (εργασία, οικολογία, υγεία, εκπαίδευση, δημόσιες υπηρεσίες, ισότητα δικαιωμάτων κ.λπ.) τα οποία ενδιαφέρουν άμεσα και θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν τους λαούς. Μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι μονοδιάστατη, καθώς συνδυάζει και απαντά στα πολιτικά επίδικα που διατρέχουν όλα τα επίπεδα, από το τοπικό μέχρι το πλανητικό (ΠΟΕ…), περνώντας και από την Ε.Ε.

–      Αν όσοι παίρνουν τις αποφάσεις (κυβερνώντες, πολυεθνικές κ.λπ.) έχουν οργανωθεί θεσμικά από το τοπικό μέχρι το πλανητικό επίπεδο, η αντίσταση στις πολιτικές τους, αν θέλει να είναι αποτελεσματική, οφείλει επίσης να οργανωθεί σε όλα τα επίπεδα. Πρέπει να αμφισβητήσουμε τους ισχύοντες θεσμούς της Ε.Ε. (όπως κι αυτούς της παγκοσμιοποίησης), αλλά ταυτόχρονα πρέπει και να έχουμε υπόψη μας πως η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα Υπουργικά Συμβούλια δεν παίζουν τον ίδιο ρόλο με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά Κοινοβούλια… Το ΝΑΤΟ, ο ΠΟΕ, το ΔΝΤ…δεν παίζουν τον ίδιο ρόλο με τον ΟΗΕ ή το Δικαστήριο της Ρώμης…

–      Μπορούμε να απαιτούμε τον έλεγχο των αποφάσεων από τους εκλεγμένους, τον έλεγχο των εκλεγμένων από τους ψηφοφόρους, τη διεύρυνση των εκλογικών δικαιωμάτων σε όσους διαμένουν σε ευρωπαϊκό έδαφος ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, καθώς και να επινοούμε μέσα από αγώνες και φόρουμ νέες αντι-εξουσίες που υπερβαίνουν τα όρια των ισχυόντων θεσμών. Ωστόσο, με την παγκοσμιοποίηση τείνει να διαμορφωθεί μια πολιτειακότητα που υπερβαίνει τα έθνη. Δεν αναιρεί το ρόλο που έχουν τα εθνικά θεσμικά πλαίσια, αλλά αυτά τα τελευταία επικαθορίζονται ολοένα και περισσότερο από αποφάσεις που λαμβάνονται σε άλλα επίπεδα.

–      Τα περιθώρια «αυτονομίας» και οι δυνατότητες ελέγχου και λήψης πολιτικο-κοινωνικών αποφάσεων μπορούν να είναι πιο μεγάλα/λες στο πλαίσιο των κρατών-μελών, αλλά από πολλές απόψεις, a priori και εκ των πραγμάτων δεν είναι πιο μεγάλα/ λες απ’ ό,τι στο πλαίσιο αγώνων στο επίπεδο της Ε.Ε., η οποία παραμένει ένα πολύ εύθραυστο οικοδόμημα. Μπορούμε να επινοήσουμε νέα πολιτειακά δικαιώματα σ’ αυτή την κλίμακα, με στήριγμα τις πρώτες εμπειρίες αγώνων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

–      Το πραγματικό ζητούμενο στην Πολωνία όπως και τη Γαλλία, στην Ισπανία και την Ουγγαρία, είναι η κρίση της «δημοκρατίας» όταν η εναλλαγή κυβερνήσεων δεν συνοδεύεται από καμία εναλλακτική πολιτική πρόταση, όταν οι προεκλογικές υποσχέσεις αποδεικνύονται ψέμα, όταν οι διαθέσεις της βάσης δεν ικανοποιούνται από τα Κοινοβούλια και όταν μη εκλεγμένες αρχές αναλαμβάνουν να πάρουν αποφάσεις που εναντιώνονται στη λαϊκή βούληση… Πρόκειται για καθολικά προβλήματα. Και τίποτε δεν είναι σε θέση να μας αποδείξει πως οι λαοί της Ανατολικής Ευρώπης πλήττονται λιγότερο απ’ ό,τι άλλοι λαοί…

–      Στο πλαίσιο του ιδεολογικού «ψυχρού πολέμου» που συνεχίζεται, η διεύρυνση της Ε.Ε. προς την Ανατολική Ευρώπη παρουσιάζεται σαν το απόγειο μιας επιτυχίας. Πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα ψέμα που πρέπει να ανασκευαστεί. Κάτι τέτοιο όμως δεν αρκεί για να συμπεράνουμε πως πρέπει να εναντιωνόμαστε στην ένταξη αυτών των χωρών στην Ε.Ε. Απεναντίας, το κύριο μέλημα πρέπει να παραμείνει η ανάδειξη και η αποκάλυψη των αντιφάσεων και η ριζοσπαστική αμφισβήτηση τόσο των πολιτικών όσο και των θεσμών της Ε.Ε. – με γνώμονα τη συνείδηση που κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος πως μια άλλη ευρωπαϊκή πολιτική είναι εφικτή, μια πολιτική που θα αντιστέκεται στην καπι- ταλιστική παγκόσμια τάξη, στους νεοαποικιακούς και πολεμοχαρείς θεσμούς και πολιτικές της, στην κοινωνική αποσύνθεση που εισηγείται ο νεοφιλελευθερισμός.

«Πρόκειται για τη λιγότερο κακή επιλογή», εκτιμούσε ο ιστορικός Tamas Kraus, ενεργό μέλος του Κοινωνικού Φόρουμ Ουγγαρίας, σε μια συνέντευξη που παραχώρησε πριν από την ένταξη της χώρας του και άλλων πρώην «κομμουνιστικών χωρών» στην Ε.Ε[xvii] το 2003: «Αντιμέτωποι με μια ευρω-φοβική Άκρα Δεξιά, έχουμε μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων στην υπεράσπιση των εθνικών (ειδικότερα των Τσιγγάνων) και σεξουαλικών μειονοτήτων μέσα στο πλαίσιο της Ένωσης, και περισσότερες δυνατότητες για συνδικαλιστικές συνεργασίες και κοινές δράσεις». Πρόσθετε επίσης ότι: «Η ουγγρική αποστολή στο Κοινωνικό Φόρουμ της Φλωρεντίας ανακάλυψε πως μπορούμε ακόμα να ανεμίζουμε κόκκινες σημαίες χωρίς να καταλήγουμε στη φυλακή». Κατέληγε, τέλος, στη διαπίστωση ότι «η αποικιοκρατία που υποστήκαμε κατά τα τελευταία δεκατρία χρόνια που περάσαμε έξω από την Ε.Ε. ήταν εντονότερη απ’ ό,τι αν ήμασταν μέλη της». Ίσως το κεντρικό ζήτημα να είναι ακριβώς αυτό…

Πίνακας 1: Αποτελέσματα δημοψηφισμάτων του 2003 στις πρώην «κομμου- νιστικές χώρες» σχετικά με την ένταξη στην Ε.Ε.

χώρες ημερομηνία ποσοστά % «Ναι»
=A
ποσοστά % συμμετοχής =Α ποσοστά % του «Ναι» στο εκλο- γικό σώμα
= A x B/100
% αποχή
Σλοβενία 23 Μαρτίου 89,6 60,3 54,02 39,7
Ουγγαρία 12 Απριλίου 83,8 45,6 38,2 54,4
Λιθουανία 10/11 Μαΐου 90,8 63,3 57,4 36,7
Σλοβακία 16/17 Μαΐου 92,4 52,2 48,2 47,8
Πολωνία 7/8 Ιουνίου 77,5 58,9 45,6 41,1
Δημοκρατία της Τσεχίας 16 Ιουνίου 77,3 55,2 42,5 44,8
Εσθονία 14 Σεπτεμβρίου 66,9 63 42,1 37
Λετονία 20 Σεπτεμβρίου 67 72,5 48,5 27,5

(πηγή: Eurostat)

Πίνακας 2: Πληθυσμός και ΑΕΠ των νέων κρατών-μελών

Πληθυσμός
(σε εκατομμύρια) 2002
Αγροτικός πληθυσμός % 2000 (1998) Κατά κεφαλή ΑΕΠ % του μέσου όρου της Ε.Ε. των 15 2002 Πραγματικό ΑΕΠ το2002
(1989 = 100)
Ρουμανία 22.3 44,9 (42,7) 31 87,4
Βουλγαρία 7,8 32,5 (30,6) 26 82,9
Σλοβενία 2,0 50,8 (48,0) 71 117,3
Ουγγαρία 10,1 35,5 (34,0) 52 111,7
Πολωνία 38,6 37,7 (35,2) 41 129,6
Σλοβακία 5, 3 42,6 (39,8) 51 108,7
Δημοκρατία της Τσεχίας 10,2 25,5 (34,1) 61 105,8
Εσθονία 1,3 30,6 (26,2) 45 93,6
Λετονία 2,3 39,6 (26,3) 34 80,6
Λιθουανία 3,4 31,5 (26,4) 39 74,1

Πηγή: Courrier des pays de l’Est n°1016, Ιούνιος – Ιούλιος 2001 και n°1036- 37, Ιούνιος – Ιούλιος – Αύγουστος 2003. 

Πίνακας 3: Προσδόκιμο ζωής στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, το 1970 και το 2002, σε σύγκριση με το αντίστοιχο της Γαλλίας κατά την ίδια περίοδο

Μέσος όρος 1970-1975 Μέσος όρος 2000-2005
Βουλγαρία 98,1% 89,7%
Ουγγαρία 95,7% 91,0%
Πολωνία 97,4% 93,5%
Δημοκρατία της Τσεχίας 96,8% 95,4%
Ρουμανία 95,6% 89,2%
Σλοβακία 96,7% 93,3%

Πηγή: Δεδομένα των Ηνωμένων Εθνών (PNUD), Rapport sur le développement humain, 2004, New York 2004 – παρατίθεται από τον Jacques Sapir στο La fin de l’euro-libéralisme, εκδ. Seuil, Paris 2006, σελ. 95.

Συμπεράσματα: η θολή πραγματικότητα της παγκόσμιας τάξης

Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ο ριζικός μετασχηματισμός της ΕΣΣΔ και των κοινωνιών της Ανατολικής Ευρώπης χαρακτηρίστηκε «μετάβαση προς τις οικονομίες της αγοράς» – διατύπωση που ενώ καθιστούσε σαφή και συγκεκριμένη την κατεύθυνση της διαδικασίας («μετάβαση προς»), απέκρυπτε το πραγματικό της περιεχόμενο, που δεν ήταν άλλο από τον καπιταλισμό, με τη χρήση ενός ευφημισμού («οικονομίες της αγοράς»)[xviii]. Ένα από τα πλεονεκτήματα αυτής της διατύπωσης ήταν επίσης η απάλειψη κάθε αναφοράς στους όρους και τα κριτήρια που προϋπέθετε αλλά και συνεπαγόταν μια τέτοια «μετάβαση». Οι «οικονομίες της αγοράς» πήραν τη μορφή ενός αφαιρετικού σχήματος το οποίο οι ιδεολόγοι των μεταρρυθμίσεων παρουσίασαν σαν την έκφραση μιας αδιαμφισβήτητης νεωτερικότητας: Στο μέτρο που εγγραφόταν και προερχόταν από την «οικονομική επιστήμη», δεν έχρηζε καμίας αμφισβήτησης και δεν μπορούσε καν να αποτελέσει αντικείμενο αντιπαράθεσης – και κάτι τέτοιο, παρά το γεγονός ότι συνοδευόταν από πλήθος δημοκρατικών διακηρύξεων[xix]. Εξάλλου, πώς θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει έναν κατεξοχήν φορέα οικονομικής αποτελεσματικότητας και ελευθεριών που απαντούσε στην πολιτική αυθαιρεσία του ενός και μόνο κόμματος με την καθολική ορθολογικότητα της αγοράς και των ειδικών;

Η νομιμοποίηση της «μετάβασης» ενισχύθηκε με την παρουσί- ασή της σαν «επιστροφής στην κανονικότητα».

Μια τέτοια «κανονικότητα» όμως συγκάλυπτε τρεις διακυβεύσεις:

α) Τη διακύβευση της απόλυτης αποκήρυξης κάθε προοδευτικού περι- εχομένου στις αντιστάσεις του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος ενάντια στην «οικονομία της αγοράς»…

Η εξουσία των Κομμουνιστικών Κομμάτων έπρεπε να περιοριστεί σε ένα αμάλγαμα γκούλαγκ, υδροκέφαλου, απολυταρχικού και γραφειοκρατικού «κράτους πρόνοιας» το οποίο αποδείχθηκε αναποτε- λεσματικό γιατί ακριβώς θέλησε να αμφισβητήσει τους παγκόσμιους εμπορικούς αυτοματισμούς. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε «νοσταλγός» ενός τέτοιου παρελθόντος αξίζει (sic) τον τίτλο του «μονολιθικού συνοδοιπόρου» και κατά συνέπεια του πολέμιου της μιας και μόνης νεωτερικότητας, αυτής που ενσαρκώνεται στον εμπορικό ανταγωνισμό. Στο μέτρο μάλιστα που ο ανταγωνισμός εκθειάζεται σαν καθολική αξία και στόχος, η ιδιωτική πρωτοβουλία μπορεί πλέον εύκολα να ταυτίζεται με το πνεύμα της ατομικής πρωτοβουλίας ή ακόμα και με την ίδια την ελευθερία!

Αυτή όμως η ιδεολογία, πολύ πριν την πτώση του Τείχους, ήταν η απάντηση στην κρίση του κέρδους (και του κόστους) που συνδυάστηκε με την κάμψη των κερδών παραγωγικότητας στην καρδιά του ανεπτυγμένου καπιταλισμού κατά τη δεκαετία του 1970. Ο βασικός στόχος των πολιτικών που έδιναν έμφαση στους «όρους προσφοράς» ήταν η αποκατάσταση των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων: Με την επιστροφή στους μηχανισμούς του γενικευμένου εμπορικού ανταγωνισμού, η εργατική δύναμη έπρεπε να μείνει στο έλεος της απόλυσης, δηλαδή να θεωρηθεί αποκλειστικά και μόνο κόστος που επιδέχεται συμπίεση.

Σε θεωρητικό επίπεδο, οι νεοφιλελεύθερες σχολές (σχολή των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, της δημόσιας επιλογής ή της προσφοράς, όπως και του μονεταρισμού) αποπειράθηκαν συστηματικά να αποδείξουν την οικονομική αναποτελεσματικότητα κάθε μορφής συλλογικής ή κοινωνικής ιδιοκτησίας και διαχείρισης σε σύγκριση με την ιδιωτική πρωτοβουλία.

Πίσω όμως από την μάχη των ιδεών διεξάγονταν μια αντιπαράθεση με παγκόσμιες διαστάσεις που αφορούσε τόσο τις σχέσεις και τους συσχετισμούς δυνάμεων μεταξύ τάξεων όσο και αυτές μεταξύ ανταγωνιστικών συστημάτων, την στιγμή ακριβώς που διακυβευόταν η ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών σε μια παγκόσμια τάξη υπό ανασύνθεση.

β) Τη διακύβευση της νέας παγκόσμιας τάξης

Αν η κρίση του κέρδους (και πέρα από αυτήν, η κοινωνική αμφισβήτηση) έπληττε τις χώρες του καπιταλιστικού κέντρου ήδη από τη δεκαετία του 1970, η λογική και οι συνέπειες ενός άγριου καπιταλισμού θα αναδυθούν με το «τέλος» του Ψυχρού Πολέμου και θα εξαπλωθούν στο σύνολο του πλανήτη. Είναι σε αυτήν ακριβώς την πλανητική κλίμακα που ο «ελεύθερος» και χωρίς όρια εμπορικός ανταγωνισμός κατάφερε την καθοριστική νίκη ενάντια στις λογικές αλληλεγγύης και στα προοδευτικά κοινωνικά μέτρα προστασίας. Υπό την απειλή της μετακίνησης των επιχειρήσεων και με όπλο την ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων, κατάφερε να επιβάλει τη μείωση τόσο του μισθολογικού κόστους όσο και της φορολογίας των επιχειρήσεων. Το άνοιγμα νέων αγορών πέρα από τα σύνορα των καπιταλιστικών κέντρων επέτρεψε έτσι την υπέρβαση των συλλογικών κεκτημένων της «ένδοξης τριακονταετίας» που ακολούθησε το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο.

Κυρίως όμως, έπρεπε να προσβληθεί η αξιοπιστία και η νομιμότητα των συλλογικών δικαιωμάτων και των διεκδικήσεων για ισότητα, που είχαν αναδυθεί και ισχυροποιηθεί κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

γ) Από δω απορρέει η τρίτη διακύβευση: Η «επιστροφή στην Ευρώπη» των χωρών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης…σε ένα πλαίσιο ευρω-ατλαντικών σχέσεων.

Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η ιδεολογία του «τέλους της ιστορίας» πήρε συγκεκριμένη μορφή στην «επιστροφή των πρώην Ανατολικών χωρών στους κόλπους της Ευρώπης», κάτι που παρέπεμπε στο κλείσιμο της «κομμουνιστικής παρένθεσης».

Μια τέτοια διατύπωση προϋπέθετε πως υπήρχε μία και μόνο Ευρώπη, αυτή της Δύσης. Εξομοίωνε την Ε.Ε. με την ευρωπαϊκή ήπειρο, όπως και οι ΗΠΑ εξομοιώθηκαν (ή τουλάχιστον αποπειράθηκαν να ταυτιστούν) με «την Αμερική»… Η ιδεολογική διακύβευση προσέφευγε σε μια ορολογία που διά της απουσίας λοιπών προσδιορισμών επέτρεπε στην «Ευρώπη» να αναγνωριστεί και να νομιμοποιηθεί ως το σύνολο των θεσμών και των οικονομικών πολιτικών που χαρακτήριζαν τη συγκεκριμένη κατασκευή, προκειμένου να την καταστήσει… αδιαμφισβήτητη. Το ζητούμενο ήταν είτε η επανένωση με την «Ευρώπη» είτε η ένταξη σε αυτήν – αποκλείοντας όμως κάθε δυνατή συνεισφορά από μέρους των Ανατολικών χωρών. Ωσάν να επρόκειτο για την μόνη πρέπουσα και δημοκρατικά επιλεγμένη απά- ντηση στα υπαρκτά προβλήματα και μειονεκτήματα των γραφειοκρατικών κοινωνιών της Ανατολικής Ευρώπης! Ωσάν η Ε.Ε. να είχε ήδη αποδείξει στους λαούς των κρατών-μελών της ότι εγγυάται την πραγματική δημοκρατία και ότι προσφέρει τη μόνη αποτελεσματική απάντηση για την ικανοποίηση των ιδιαίτερων αναγκών τους! Σαν να επρόκειτο, τέλος, για τη μοναδική δυνατή μορφή της ευρωπαϊκής συγκρότησης…

Για τη μεγάλη πλειονότητα των λαών των πρώην «κομμουνιστικών χωρών» η «ένταξη στην Ευρώπη» ήταν ένα ελκυστικό πρόταγμα (ισχυρό στην αρχή, αλλά ολοένα και λιγότερο με το πέρασμα των χρόνων) γιατί ακριβώς θεμελιωνόταν στην ελπίδα για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, για κατάκτηση δημοκρατικών ελευθεριών και για άρση ή υπέρβαση των συνόρων. Στο μέτρο που υπήρχε ήδη ένα μοντέλο στις λαϊκές συνειδήσεις, το όραμα ήταν ένας συνδυασμός ανάμεσα στα πιο εξελιγμένα μέτρα κοινωνικής προστασίας, την απουσία ανεργίας σαν ανθρώπινο δικαίωμα και τις δημοκρατι- κές ελευθερίες. Η Σουηδία ή ακόμα και η Γερμανία του 1960 αποτελούσαν ένα παράδειγμα προς μίμηση.

Στην πραγματικότητα, η διαδικασία διεύρυνσης της Ε.Ε. προς τις Ανατολικές χώρες βρέθηκε στον αντίποδα μιας τέτοιας προοπτικής: τα κριτήρια ένταξης επέβαλαν στο όνομα της οικονομικής αποτελεσματικότητας τη διάλυση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και κάθε μορφής συλλογικής ιδιοκτησίας. Κάθε δημόσια δομή που έχαιρε ισχυρής δημοτικότητας στο πλαίσιο των συστημάτων της Σουηδίας και της Ρηνανίας υπέστη καθίζηση -υπό τις πιέσεις των νεοφιλελεύθερων οικονομικών κριτηρίων- και τείνει σήμερα να αποτελέσει είδος προς εξαφάνιση. Και για την ευόδωση αυτής της διαδικασίας, είναι κυρίως ο νεοφιλελεύθερος μετασχηματισμός των πρώην «κομμουνιστικών χωρών» που χρησιμοποιείται σαν ο βασικός μοχλός για την επιτάχυνση της αποδιάρθρωσης των κοινωνικών κεκτημένων και στις υπόλοιπες χώρες…

Στο σύνολο αυτής της διαδικασίας δεν υπάρχει ίχνος δημοκρατίας, ούτε σε ό,τι αφορά τον καθορισμό των επιλογών και των στόχων ούτε σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των κριτηρίων και των μηχανισμών που τους υπηρετούν. Το πλαίσιο τέθηκε από τα δόγματα της «Συναίνεσης της Ουάσιγκτον». Γιατί εξάλλου να υπάρχει σε αυτή την περιοχή του κόσμου, που μόλις αποδεσμεύτηκε από το σύστημα του μονοκομματισμού, περισσότερη δημοκρατία απ’ ό,τι σε άλλες περιοχές; Οι πρώην απαράτσικ ήταν εξάλλου συχνά αυτοί που υιοθέτησαν με ριζικό τρόπο τις νεοφιλελεύθερες θέσεις, ανατρέχοντας σε έναν πεπαλαιωμένο ψευδο-μαρξισμό για να νομιμοποιήσουν τα νέα τους ιδιοκτησιακά προνόμια…

Μια νέα όξυνση των αποκλίσεων με τις χώρες του ευρωπαϊκού και βορειοαμερικανικού «κέντρου» οδηγεί τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων σε μια νέα κατάσταση κυριαρχούμενου, ή σε μια ημι-περιφερειοποίησή τους στον καπιταλιστικό σύστημα- κόσμο – με άλλα λόγια στην κατεύθυνση προς «το Νότο» ή «τη Βολιβία», για να επιστρέψουμε στη ρήση της Karol Modzelevski.

Η ένταξη των χωρών αυτών στην Ε.Ε. εμφανίζεται ταυτόχρονα σαν ο επιταχυντής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και σαν το μόνο δυνατό πολιτικό μέσο τόσο για τη συμμετοχή στους μηχανισμούς λήψης των αποφάσεων του Κέντρου όσο και για την αλλαγή τους, ένα μέσο για να αποφύγουν την ολοκληρωτική περιφερειοποίηση. Το μέλλον αυτής της αμφισημίας δεν μπορεί να κριθεί παρά από τους πολιτικο-κοινωνικούς συσχετισμούς δυνάμεων…

Σημειώσεις


[i] Χρησιμοποιούμε εδώ τους όρους «καπιταλιστικό σύστημα-κόσμος» ή «οικονομία-κόσμος» με τη σημασία που τους απέδωσε αρχικά ο Fernand Braudel και στη συνέχεια ο Immanuel Wallerstein: Σε αντίθεση με τις αυτοκρατορίες, αυτό το διαρθρωμένο σύνολο σχέσεων κυριαρχίας καλύπτει ένα πλήθος ανταγωνιστικών κρατών που κυριαρχούν στο Κέντρο. Ο όρος «περιφέρεια», με τη στενή του σημασία, αποδίδεται στις χώρες που τελούν υπό την απόλυτη κυριαρχία και εκμετάλλευση των χωρών του Κέντρου κατά τρόπο αποικιακό. Ο όρος «ημι-περιφέρεια», που προσιδιάζει περισσότερο στα συμφραζόμενα της απο-αποικιοποίησης, περιγράφει χώρες που υποτάσσονται σε διάφορους οικονομικούς και πολιτικο-στρατιωτικούς μηχανισμούς αλλά τυπικά εμφανίζονται σαν ανεξάρτητες. Οι χώρες αυτές χαρακτηρίζονται από μια εξωστρεφή εκβιομηχάνιση (που υπάγεται με σαφήνεια στις ανάγκες των χωρών του Κέντρου τόσο για μείωση του κόστους όσο και για ανεύρεση νέων αγορών). Θεωρούμε πως μια τέτοια εννοιολογική προσέγγιση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στις μέρες μας και συμπεριλαμβάνει με σαφήνεια τις αναλύσεις των παλαιών και νέων μορφών ιμπεριαλισμού.

[ii] Βλέπε Georges Corn, L’Europe et l’Orient – de la balkanisation à la libanisation, La Découverte & Syros, Paris,1η έκδ. 1989, 2002.

[iii] Ο François Bafoil, στο βιβλίο του après le communisme, Armand Colin, Paris, 2002, χρησιμοποιεί επίσης την έννοια της «περιφερειοποίησης» για να περιγράψει μια ανισόμερη ανάπτυξη. Στην εννοιολόγηση των Braudel και Wallerstein της οικονομίας-κόσμου, την οποία υιοθετούμε εδώ, η κατάσταση της περιφέρειας ενέχει μια σχέση κυριαρχίας που είναι πηγή αυτών των ανισοτήτων.

[iv] Βλέπε François Bafoil, στο ίδιο, σελ. 20, όπου σημειώνει πως εξαιρουμένης της Τσεχοσλοβακίας, το 1937-38, το ΑΕΠ της Ανατολικής Ευρώπης αντιστοιχεί στο ένα τρίτο του αντίστοιχου της Δυτικής Ευρώπης, ενώ το 1913 ανερχόταν στο 40% σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ιστορικού της οικονομίας Paul Bairoch.

[v] Βλέπε François Bafoil, στο ίδιο, σελ. 19.

[vi] «Άμεσες ξένες επενδύσεις» ή «άμεσες επενδύσεις εξωτερικού» θεωρούνται οι επενδύσεις που είναι αρκετά μεγάλες για να εξασφαλίζουν ένα μακροπρόθεσμο ενδιαφέρον του επενδυτή για την μονάδα στην οποία επενδύει και να του επιτρέπουν να ασκεί επιρροή στους προσανατολισμούς της. Συνήθως, μια ξένη επένδυση πέραν του 10% της συνολικής αξίας της μονάδας θεωρείται «άμεση», ενώ κάτω από 10% θεωρείται «επένδυση χαρτοφυλακίου».

[vii] Βλέπε σχετικά το εξαίρετο βιβλίο του François Fejtö L’histoire des démocraties populaires, Seuil, Paris,1969.

[viii] Σε αυτό το πεδίο, οι θέσεις του Tony Cliff που παρουσιάζουν τη Σοβιετική Ένωση σαν έναν «κρατικό καπιταλισμό» γιατί οι επιλογές της παραγωγής της ρυθμίζονταν στην πραγματικότητα από την παγκόσμια αγορά είναι ιδιαίτερα λανθασμένες σε ό,τι αφορά την ΕΣΣΔ. Οι διαρκείς πιέσεις της παγκόσμιας αγοράς -μέσω των πιστωτών- ασκούνταν πολύ περισσότερο στη Γιουγκοσλαβία ή ακόμα και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που κατά τη δεκαετία του ’70 ήταν ανοιχτές στις δυτικές εισαγωγές στη βάση εξωτερικών πιστώσεων. Ακόμα όμως και σε αυτή την περίοδο, και δεδομένων των εξωτερικών πιέσεων, οι εν λόγω χώρες δεν μπορούν να θεωρηθούν καπιταλιστικές. Δεν είχαμε ακόμα να κάνουμε με τους εσωτερικούς μετασχηματισμούς στις σχέσεις ιδιοκτησίας και στο κράτος που επήλθαν κατά τη «μετάβαση» μετά το 1989-1991. Αναλύσαμε αυτούς τους μετασχηματισμούς με τρόπο συγκριτικό στο άρθρο μας «Réinsérer la Serbie dans l’analyse de la transition – rapports de propriété, Etat et salariat», Revue d’études comparatives Est-Ouest, τεύχος 35, ν° 1-2, Μάρτιος-Ιούνιος 2004. Οι σχέσεις καταπίεσης και εκμετάλλευσης μπορούν (δυστυχώς) να υπάρξουν και χωρίς τον καπιταλισμό και υπό την «ταμπέλα» του σοσιαλισμού. Σε ό,τι δε αφορά το πέρασμα ενός σημαντικού μέρους της γραφειοκρατίας των κομμάτων-κρατών στον καπιταλισμό, πρέπει να το δούμε ακριβώς σαν μια μεταστροφή που συντελέστηκε σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και μπορεί να εξηγηθεί με υλιστικό τρόπο και όχι σαν το έργο μιας προϋπάρχουσας (από πότε εξάλλου;) «αστικής τάξης».

[ix] Αναφορικά με τη λογική του εξωτερικού εμπορίου της ΕΣΣΔ και των Ανατολικών χωρών και τις τομές που επέφεραν οι μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του ’90, βλέπε Marie Lavigne, L’URSS en transition: un nouveau marché, Centre français du commerce extérieur, Paris, 1990.

[x] Κατά τη δεκαετία του ’70, οι δυτικές τράπεζες προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν τα δολάρια που προέρχονταν από τα πετρελαϊκά κέρδη προσφέροντας άφθονες πιστώσεις στις χώρες του Νότου, αλλά -κάτι που είναι λιγότερο γνωστό- και στις Ανατολικές χώρες (Γιουγκοσλαβία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Πολωνία και Ανατολική Γερμανία). Η όξυνση του χρέους που γνώρισαν οι χώρες αυτές κατά την επόμενη δεκαετία οφείλεται σε μεγάλο μέρος στις εξωτερικές πιέσεις που δέχθηκαν από μέρους των δυτικών πιστωτών και του ΔΝΤ.

[xi] Στο μέτρο που στο παλαιό καθεστώς το χρήμα δεν λειτουργούσε ως κεφαλαίο και η γραφειοκρατική διαχείριση δεν συνοδευόταν από μια πραγματική ιδιοκτησία, οι ιδιωτικοποιήσεις σκόνταψαν στην έλλειψη ενδογενούς κεφαλαίου για την αγορά των επιχειρήσεων – εξ ου και ο κεντρικός ρόλος αφενός του ξένου κεφαλαίου και αφετέρου των «μαζικών ιδιωτικοποιήσεων» χωρίς κεφάλαιο στην πρώτη φάση της μετάβασης. Βλέπε σχετικά το άρθρο μας «Réinsérer la Serbie dans l’analyse de la transition – rapports de propriété, Etat et salariat», Revue d’études comparatives Est- ouest, τεύχος 35, ν° 1-2 Μάρτιος-Ιούνιος 2004.

[xii] Το 1990, τη στιγμή που η χώρα γνώριζε μια γενική απεργία που οργανώθηκε από τα παλαιά επίσημα συνδικάτα που έπαιρναν μια νέα μορφή, αυτή τη φορά στη βάση της ελεύθερης συμμετοχής σε αυτά, ο υπουργός Οικονομίας, Jose Mencinger, παραιτούταν ασκώντας μια συνεπή κριτική στις ιδιωτικοποιήσεις που εισήγαγε ο Jeffrey Sachs. Διέψευδε δε με κατηγορηματικό τρόπο και στη βάση αναλυτικών στατιστικών δεδομένων τα φιλελεύθερα επιχειρήματα που ανέτρεχαν στο ρόλο των άμεσων ξένων επενδύσεων.

[xiii] Βλέπε World Bank, Regional Overview. Challenges, http://Inweb18.worldbank.org.

[xiv]  Η πρόσφατα εκλεγμένη (μετά από μια προεκλογική εκστρατεία με βασικό άξονα την εναντίωση στη διαφθορά) κυβέρνηση της Δεξιάς θέλησε πολύ γρήγορα να προσαρμοστεί στις επιταγές των ΗΠΑ, τόσο σε ό,τι αφορά την αποστολή στρατευμάτων στο Ιράκ όσο και σε ό,τι αφορά το πεδίο της οικονομικής πολιτικής. Το Νοέμβριο του 2005 βρέθηκε αντιμέτωπη με μια μαζική απεργία και αναγκάστηκε να αποσύρει -έστω και προσωρινά- τις υπερ-φιλελεύθερες προτάσεις της που αφορούσαν τον κοινωνικό τομέα και τον τομέα της οικονομίας.

[xv] Πρόκειται για τα κριτήρια που τίθενται ως απαράβατοι όροι για την αποδοχή κάθε υποψηφιότητας προς ένταξη στην Ε.Ε., τα οποία επιβλήθηκαν το 1993 στην Σύνοδο της Κοπεγχάγης μετά από τις σχετικές προτάσεις που κατέθεσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Εκτός από το να είναι «ευρωπαϊκή», κάθε χώρα πρέπει να έχει μια «βιώσιμη» οικονομία της αγοράς ικανή να ανταποκριθεί στον ανταγωνισμό, να διαθέτει ένα κράτος δικαίου (κάτι που προϋποθέτει τον πολιτικό πλουραλισμό και το σεβασμό στα δικαιώματα των μειονοτήτων) και να έχει αποδεχθεί το «κοινοτικό κεκτημένο» – χιλιάδες σελίδες ευρωπαϊκών κανονισμών και νόμων…

[xvi] Αυτό δεν ισχύει μόνο για τις χώρες που εξετάζουμε εδώ, αλλά και για χώρες που εντάχθηκαν πρόσφατα στην Ε.Ε. όπως η Κύπρος και για χώρες που διαπραγματεύονται την ένταξη τους όπως η Τουρκία. Βλέπε Stavros Tombazos, «L’élargissement de l’Union au-delà de ses misères», contretemps, no 9, Éd. Textuel, Paris, février 2004.

[xvii] Βλέπε «Fractures et espoirs de la nouvelle Europe», Monde diplomatique, Νοέμ- βριος 2003.

[xviii] Η ικανότητα καινοτομίας του καπιταλισμού, η διαφορετικότητα των κοινωνικών σχηματισμών που το σύστημα αυτό μπορεί να καλύπτει, όπως και οι μεγάλες φάσεις της ιστορικής ανάπτυξης που έχει ήδη γνωρίσει πυροδότησαν ατέρμονες σημασιο- λογικές διαμάχες. Το γεγονός ότι κάποια μαρξιστικά ρεύματα ή θεωρητικοί προσέδωσαν στην ΕΣΣΔ και στο ανατολικό μπλοκ τον τίτλο του «κρατικού καπιταλισμού» (ανάλογα με τα κριτήρια που πρότειναν είτε ο Tony Cliff είτε ο Bettelheim) διεύρυνε ακόμα περισσότερο τη συζήτηση. Πήραμε θέση πάνω σε αυτές τις εννοιολογικές διαμάχες στο «Mandel et les problèmes de la transition au socialisme» [Μαντέλ και τα προβλήματα της μετάβασης στο σοσιαλισμό], στο le marxisme d’ernest Mandel μαρξισμός του Ερνέστ Μαντέλ που κυκλοφορεί σε αρκετές μεταφράσεις) υπό την επιμέλεια του Gilbert Achcar (Actuel Marx-PUF, Paris,1999). Εδώ θα αρκεστούμε να πούμε πως είναι κατά τη διάρκεια περιόδων κρίσης που μπορούμε να διακρίνουμε καλύτερα την «ουσία» των συστημάτων: ο άγριος καπιταλισμός που επιβάλλεται παρά και ενάντια στις αντιστάσεις στην κυρίαρχη λογική του που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τον περασμένο αιώνα, ή ακόμα και το ίδιο το πρόγραμμα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην ΕΣΣΔ από τις αρχές του 1990 βοηθούν στο να διακρίνουμε την «ουσία», το «ίδιον» του καπιταλισμού. Δεν συνιστά απλά και μόνο μια σχέση κυριαρχίας (κάτι τέτοιο προϋπήρξε του καπιταλισμού, όπως εξάλλου και στο σοβιετικό σύστημα-κόσμος), ούτε περιορίζεται στην ύπαρξη του χρήματος, μιας συγκεκριμένης μορφής της αγοράς, ή ακόμα μιας μικρής εμπορευματικής παραγωγής. Το ίδιον του καπιταλισμού, όπως το ανέλυσε ο Fernand Braudel και το υπογράμμισε ο Immanuel Wallerstein, είναι ένας μετασχηματισμός του ρόλου του χρήματος και των σχέσεων ιδιοκτησίας ώστε να υπακούουν σε μια λογική συσσώρευσης χρηματικής υπεραξίας. Ο Μαρξ συνόψιζε το μετασχηματισμό αυτό με απλό τρόπο στον «κύκλο του κεφαλαίου» Χ-Ε-Χ ́ [Χ: χρήμα, Ε: εμπόρευμα] (όπου Χ ́ μείον Χ αντιπροσωπεύει μια χρηματική υπεραξία), ο οποίος διακρίνεται από τον απλό εμπορικό κύκλο Ε-Χ-Ε όπου το χρήμα στοχεύει στη διευκόλυνση της ανταλλαγής εμπορευμάτων Ε και Ε με διαφορετική χρήση. O κύκλος του κεφαλαίου είναι ανοιχτός σε όλες τις ιστορικές μορφές του καπιταλισμού, καθαρές/διακριτές ή συνδυασμένες – εμπορευματικός, βιομηχανικός, χρηματιστηριακός… Το χρήμα Χ μπορεί να επενδυθεί σε οποιοδήποτε εμπόρευμα ή παραγωγική σχέση με στόχο να «κάνει/παραγάγει χρήμα». Η τάση για γενίκευση των εμπορικών σχέσεων και για παραγωγή με το ελάχιστο κόστος μέσω της συμπίεσης του κόστους των μισθών αποτελεί ίδιον του βιομηχανικού καπιταλισμού και βρίσκεται στον αντίποδα του σοβιετικού συστήματος… Το να αναγνωρίσουμε κάτι τέτοιο και να αναλύσουμε την τεράστια δυσκολία αποκατάστασης μιας «πραγματικής» αγοράς (του κεφαλαίου, της εργασίας, των αγαθών και των υπηρεσιών) στη Σοβιετική Ένωση δεν συνιστούν επ’ ουδενί συγκατάβαση, νοσταλγία ή απολογία του σοβιετικού παρελθόντος, του οποίου η κρίση βάθυνε εξαιτίας των ιδιαίτερων σχέσεων καταπίεσης. Το να ενσωματώσουμε στην ανάλυση το σύνολο των εμπειριών και των μεταρρυθμίσεων που πραγματοποιήθηκαν στο όνομα του σοσιαλισμού, και ιδιαίτερα αυτών της Γιουγκοσλαβίας, αφενός μας επιτρέπει να αποφύγουμε ανακριβείς χαρακτηρισμούς, όπως αυτόν του «κρατικού καπιταλισμού», και αφετέρου μας υποχρεώνει να «σκεφτούμε» το…απρόβλεπτο, ακόμα κι όταν δεν είναι καπιταλιστικό.

[xix] Βλέπε Jacques Sapir, les économistes contre la démocratie, Albin Michel, Paris, 2002.