Jérôme Valluy, « Ευρώπη των στρατοπέδων : μια αυτοκρατορία απόρριψης που μετασχηματίζει τις περιφέρειές της »

par panos

Jérôme Valluy, « Ευρώπη των στρατοπέδων : μια αυτοκρατορία απόρριψης που μετασχηματίζει τις περιφέρειές της », στο Σταύρος Τομπάζος, Ευρώπη. Ποια Ευρώπη ; Κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εναλλακτικές πολιτικές, Πολύτροπον, 2008 (fr-gr)

(Jérôme Valluy, « L’Europe des camps: un empire de rejet qui trasforme ses périphéries »)

 ISBN 976-960-8354-81-4, Σελίδες 167-208

*

Η ευρωπαϊκή πολιτική των εξωτερικών στρατοπέδων συνίσταται στην προστασία των χωρών της Ε.Ε. από τη διείσδυση μεταναστών, με τον εκτοπισμό και τη συγκέντρωση των τελευταίων σε στρατόπεδα που άμεσα ή έμμεσα δημιουργεί η ίδια η Ε.Ε. ή κάποιο από τα κράτη-μέλη της, σε γειτονικές χώρες, στη μεθόριο των υπό δημιουργία κοινών ευρωπαϊκών συνόρων. Δεν πρόκειται ούτε για καταυλισμούς προσφύγων (όπως αυτοί που δημιουργούνται σε ζώνες συγκρούσεων, φυσικών ή βιομηχανικών-οικολογικών καταστροφών) ούτε για στρατόπεδα συγκέντρωσης (όπως αυτά που γνώρισε η Ευρώπη κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου). Πρόκειται για πλήθος χώρων εξαναγκαστικής συνάθροισης, εγκλεισμού και μετάπεισης όσων αναζητούν άσυλο στην Ευρώπη. Το φαινόμενο αυτό, που δεν αποτελεί ίδιον της Ευρώπης αλλά αφορά το σύνολο του δυτικού κόσμου, παρουσιάζει όξυνση κατά τα τελευταία χρόνια. Η βασική μας υπόθεση είναι ότι μια τέτοια πολιτική, πέραν του εγγενώς προβληματικού χαρακτήρα των στρατοπέδων, συνιστά σύμπτωμα βαθιού μετασχηματισμού της ευρωπαϊκής πολιτικής κουλτούρας και των σχέσεών της με τον υπόλοιπο κόσμο.

Η ευρωπαϊκή πολιτική των εξωτερικών στρατοπέδων

Η πολιτική αυτή έχει τις απαρχές της, όπως κάθε κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, στο πρόσφατο παρελθόν των τελευταίων δεκαετιών. Θα γνωρίσει ωστόσο επιτάχυνση κατά τη δεκαετία του ’90, υπό το βάρος των μετασχηματισμών που συγκλόνισαν την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Το 1999, μια ευρωπαϊκή πρόταση, με πρωτοβουλία της αυστριακής κυβέρνησης, εισηγείται τη δημιουργία στρατοπέδων στην Αλβανία καθώς και μέτρα ένταξης του Μαρόκου στον αγώνα ενάντια στη μετανάστευση. Το Σεπτέμβριο του 2002 ο ύπατος αρμοστής Μετανάστευσης του ΟΗΕ –πρώην πρωθυπουργός της Ολλανδίας, μιας από τις πιο ακραίες χώρες σε ζητήματα μετανάστευσης– προτείνει το θεωρητικό πλαίσιο της «εξωτερικής διάστασης των ευρωπαϊκών πολιτικών ασύλου», γνωστής επίσης ως εξωτερικοποίησης του ασύλου. Η πρόταση αυτή θα ξανακάνει την εμφάνισή της στις αρχές του 2003, σε επιστολή που απηύθυνε ο Βρετανός πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ στον έλληνα ομόλογό του Κωνσταντίνο Σημίτη, υπεύθυνο για την προεδρία της Ε.Ε. και την προετοιμασία της ευρωπαϊκής Συνόδου της Θεσσαλονίκης (Ιούνιος 2003).

Αυτή η βρετανική πρόταση αποτελούσε προέκταση συμφωνίας που είχαν συνάψει αρκετές κυβερνήσεις –της Ολλανδίας, της Δανίας και της Αυστρίας– με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον ύπατο αρμοστή Μετανάστευσης. Η πρόταση περιλάμβανε δύο μέρη. Αφενός τη δημιουργία «ζωνών ειδικής προστασίας» στις οποίες θα συγκεντρώνονται οι πρόσφυγες ώστε να αποφεύγεται η διέλευσή τους προς τις ευρωπαϊκές χώρες, και αφετέρου τη δημιουργία, στα όρια των συνόρων της Ευρώπης, ειδικών «κέντρων» όπου θα μεταφέρονται και εγκλείονται όσοι προσεγγίζουν την ευρωπαϊκή επικράτεια, κατά την περίοδο που απαιτείται για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου τους.

Έκτοτε, η πολιτική των εξωτερικών στρατοπέδων δεν θα πάψει να αναπτύσσεται και να εγγράφεται επίσημα τόσο στα εθνικά πλαίσια όσο και στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο. Από το 2003 –και παρά την προσωρινή άσκηση βέτο από μέρους της Σουηδίας– ξεκινά σιγά σιγά η εφαρμογή της συγκεκριμένης πολιτικής, αρχικά υπό τη μορφή «πιλοτικών προγραμμάτων» που αντλούν τη χρηματοδότησή τους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις Κάτω Χώρες. Η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση που ασκείται από τις εθνικές κυβερνήσεις, τα διπλωματικά και αστυνομικά όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τον ύπατο αρμοστή Μετανάστευσης του ΟΗΕ θα βρει την πολιτική της απόληξη στο Πρόγραμμα της Χάγης.

Το Πρόγραμμα της Χάγης υιοθετείται στις 5 Νοεμβρίου 2004 ύστερα από προετοιμασία ετών αλλά κυρίως μετά την αντιμεταναστευτική πλειοδοσία της ιταλικής κυβέρνησης του Μπερλουσκόνι και την εν συνεχεία πρόσδεση της Γερμανίας στις «βρετανικές προτάσεις», οι οποίες στο μεταξύ είχαν τύχει μιας ευρύτερης αποδοχής. Καθορίζεται πενταετές πρόγραμμα ευρωπαϊκών πολιτικών «Δικαιοσύνης, Ελευθερίας και Ασφάλειας», παρά το γεγονός ότι το κείμενο αφιερώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην «Ασφάλεια» και είναι άρρηκτα δεμένο με τον αγώνα ενάντια στη μετανάστευση. Το πενταετές αυτό πρόγραμμα, που αφορά την περίοδο 2004-2009 και υπακούει σε έναν σαφή πολιτικό προσανατολισμό, συντάχθηκε κατά τρόπο που να μην περιέχει πουθενά τον όρο «στρατόπεδο». Δεν αναφέρεται παρά σε «ικανότητα διαχείρισης της μετανάστευσης», «ικανότητα ελέγχου των συνόρων» και «ικανότητα προστασίας των μεταναστών».

Οι ικανότητες αυτές παραπέμπουν σε δύο βασικούς στόχους: Την παρεμπόδιση των προσφύγων να φθάσουν στην Ευρώπη (§ 1.6.3) και την υποδοχή (sic) όσων εκτοπίζονται από την Ευρώπη (§ 1.6.4). Η λέξη «ικανότητα», που αντικαθιστά τον όρο «στρατόπεδο», δεν αποτελεί μόνο τεχνοκρατικό ευφημισμό αλλά αντανακλά κι ένα στρατηγικής σημασίας βήμα της ευρωπαϊκής δράσης. Μετά από δυο χρόνια πειραματισμού, η πορεία της «καλής» διακυβέρνησης συνίσταται, κατά το πρότυπο των εσωτερικών Οδηγιών, στον καθορισμό των στόχων που κάθε γειτονικό κράτος καλείται να υπηρετήσει στο πλαίσιο του αγώνα ενάντια στη μετανάστευση, αφήνοντας ταυτόχρονα στη διακριτική ευχέρεια κάθε κράτους την επιλογή των απαιτούμενων μέσων. Η Ε.Ε. δεν επιβάλλει «παρά μόνο» τους στόχους του αγώνα ενάντια στη μετανάστευση, όποια κι αν είναι τα μέσα για την επίτευξή τους, και αναλαμβάνει τη χρηματοδότηση των τελευταίων. Το παράδειγμα της Λιβύης είναι ενδεικτικό. Ο αυταρχισμός ενός κράτους δεν εμποδίζει την Ευρώπη να χρηματοδοτήσει οποιoδήποτε μέτρο μπορεί να υπηρετήσει την εφαρμογή της πολιτικής «ενίσχυσης των ικανοτήτων» (capacity building).

Απάντηση σε μια «μεταναστευτική εισβολή»;

Σε γενικές γραμμές, οι κυβερνήσεις που εφαρμόζουν τις συγκεκριμένες πολιτικές ανατρέχουν στο εξής ερμηνευτικό σχήμα: τα μεταναστευτικά ρεύματα μετασχηματίζονται ως προς τη φύση τους από πολιτικά σε αυστηρώς οικονομικά, και η μαζική μετακίνησή τους προς τις πιο πλούσιες χώρες επιφέρει τον κίνδυνο κατάρρευσης των δυτικών κοινωνιών που βρίσκονται ήδη σε δυσχερή κατάσταση εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας και των δυσκολιών χρηματοδότησης των κοινωνικών υπηρεσιών…

Αν έχει ακόμη νόημα να προσπαθήσουμε, ας ανασκευάσουμε αυτά τα επιχειρήματα:
– Η θεωρία περί ουσιαστικής μετατροπής της μετανάστευσης σε οικονομική αποκρύπτει την αύξηση του αριθμού των αναγνωρισμένων προσφύγων κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια[i]. Επί είκοσι πέντε χρόνια (από το 1950 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70) ο αριθμός των προσφύγων παρέμενε σταθερός και ανερχόταν σε 2,5 περίπου εκατομμύρια το χρόνο, προτού γνωρίσει μια συστηματική αύξηση και φθάσει τα 18 εκατομμύρια το 1992 και τα 12 εκατομμύρια σήμερα. Δεν πρόκειται βέβαια παρά για τους αριθμούς των επίσημα αναγνωρισμένων προσφύγων. Αν προσθέσουμε σε αυτούς τους εκτοπισμένους στη χώρα τους και τους εξόριστους, που δεν τυγχάνουν επίσημης αναγνώρισης ως πρόσφυγες, υπολογίζεται ότι ο αριθμός των ατόμων της εξαναγκαστικής μετανάστευσης ανέρχεται στα 50 εκατομμύρια. Οι βασικοί λόγοι που εξαναγκάζουν στη μετανάστευση δεν αποτελούν επτασφράγιστο μυστικό. Για να αναφέρουμε μόνο κάποιους από αυτούς[ii] : Στη δυτική Αφρική μια σειρά πολέμων αναγκάζει σε φυγή πολλά εκατομμύρια ανθρώπων, οι παρατεταμένες συγκρούσεις στο Αφγανιστάν οδηγούν στη μετανάστευση έξι εκατομμύρια ανθρώπους, στην κεντρική Αμερική τρεις πόλεμοι τρέπουν σε φυγή πάνω από 2,5 εκατομμύρια ανθρώπους. Πληθυσμοί από τη Σρι Λάνκα καταφεύγουν στην Ινδία, από την Ουγκάντα στο νότο του Σουδάν, από την Αγκόλα στη Ζάμπια και το Ζαΐρ, από τη Μοζαμβίκη σε έξι γειτονικές χώρες κ.λπ. Στους πολέμους προστίθενται οι παρατεταμένες διώξεις για πολιτικούς, θρησκευτικούς, εθνοτικούς και κοινωνικο-πολιτικούς λόγους.

– Η θεωρία που θέλει τις πλούσιες χώρες να προσελκύουν υπερβολικούς αριθμούς προσφύγων δεν μπορεί να αντισταθεί στην παρατήρηση της εξέλιξης των προσφυγικών πληθυσμών στις διαφορετικές περιοχές του κόσμου[iii]. Ξεκινώντας από το μικρότερο μέγεθος, για τα εικοσιπέντε τελευταία χρόνια μετράμε γύρω στο 1 εκατομμύριο στην αμερικανική ήπειρο και από 500.000 έως 3 εκατομμύρια στην ευρωπαϊκή ήπειρο, παρατηρώντας μια σημαντική αύξηση στο διάστημα 1991-92. Ωστόσο, αυξάνεται από 2 σε 7 εκατομμύρια στην Αφρική, όπου γνωρίζει σταθερή αύξηση από το 1985, και από 1 σε 8,5 εκατομμύρια στην Ασία, με τη σημαντικότερη αύξηση να παρατηρείται κατά την περίοδο 1980-81. Κατά συνέπεια, η αύξηση του αριθμού των προσφύγων στην Ευρώπη ήρθε αργότερα και είναι πολύ μικρότερη από την αντίστοιχη στην Ασία και την Αφρική. Περιλαμβάνει στην πραγματικότητα πρόσφυγες που κατέφυγαν αρχικά σε γειτονικές περιοχές, προτού βρουν άσυλο σε μια πιο μακρινή χώρα. Από τα δεκάδες εκατομμύρια προσφύγων μόνο κάποια εκατομμύρια καταλήγουν να ζητήσουν άσυλο στις δυτικές χώρες. Ας επισημάνουμε επίσης ότι στις δυτικές χώρες οι πρόσφυγες αντιπροσωπεύουν λιγότερο από 1% του πληθυσμού και ότι από αυτές τις χώρες μόλις 8 (Σουηδία: 1,75%, Δανία: 1,3%, Γερμανία: 1,19%, Ελβετία: 1,11%, Νορβηγία: 1,05%, Αυστρία: 1%, Κάτω Χώρες: 0,8%, Καναδάς: 0,4%) συγκαταλέγονται στη λίστα των πρώτων 40 χωρών υποδοχής.

– Η ερμηνεία που βασίζεται στον όρο «εισβολή» θα έπρεπε να εστιάσει όχι μόνο στους πρόσφυγες, αλλά και στις αιτήσεις ασύλου. Οι τελευταίες, παραμένουν σταθερές κατά τα εικοσιπέντε τελευταία χρόνια στη Βόρεια Αμερική (μεταξύ 20.000 και 180.000 ετησίως), σε Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία (κάτω από τις 50.000 ετησίως και για τις δύο χώρες μαζί). Αντίθετα, στην Ευρώπη ο αντίστοιχος ετήσιος αριθμός βρισκόταν, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία Μετανάστευσης, ανάμεσα σε 100 και 200 χιλιάδες μέχρι το 1988, στη συνέχεια αυξήθηκε μέχρι τις 700.000 το 1992 και ξαναέπεσε στις 250.000 το 1995. Έκτοτε γνωρίζει νέα άνοδο, φτάνοντας τις 450.000 το 1999, και μια νέα πτώση στις 325.000 το 2003. Μπορούμε βέβαια να υπογραμμίσουμε την απόκλιση που παρουσιάζεται ανάμεσα στις ηπείρους. Μπορούμε όμως εξίσου να παρατηρήσουμε ότι κατά τη διάρκεια των δέκα τελευταίων ετών η τάση στην Ευρώπη παραμένει σταθερή και ο αριθμός των αιτήσεων ανέρχεται με μικρές διακυμάνσεις γύρω στις 400.000. Επιπλέον, αν συγκρίνουμε τους αριθμούς αυτούς με τον ετήσιο αριθμό γεννήσεων, η αναλογία είναι της τάξης του 10%. Σε κάθε περίπτωση, το σύνολο αυτών των δεδομένων δεν λαμβάνει υπόψη την «εξαφάνιση» των προσφύγων, είτε εξαιτίας θανάτου είτε εξαιτίας της αναχώρησής τους. Στη Γαλλία, στο διάστημα μεταξύ 31ης Δεκεμβρίου 1973 και 31ης Δεκεμβρίου 1993, το ποσοστό αυτών των «εξόδων» προσφύγων ισοδυναμούσε με το 80,67% των «εισόδων»[iv]. Επίσης, δεν διαθέτουμε επίσημα στοιχεία για τους αιτούντες ασύλου των οποίων η αίτηση απορρίπτεται, με συνέπεια οι «έξοδοί» τους να μην καταγράφονται πουθενά, ακόμα κι αν υπολογίζεται πώς είναι ισάριθμες –αν όχι περισσότερες– από τις αντίστοιχες των επίσημα αναγνωρισμένων προσφύγων.

Αντανάκλαση μιας λαϊκής ξενοφοβίας;

Αν λοιπόν η ανάδυση των ευρωπαϊκών πολιτικών των εξωτερικών στρατοπέδων δεν εξηγείται με ικανοποιητικό τρόπο από το μετασχηματισμό των μεταναστευτικών ρευμάτων, ποια είναι τα πραγματικά τους αίτια; Ένα στοιχείο που προβάλλεται εν είδει απάντησης και κερδίζει εύκολα έδαφος στη δημόσια συζήτηση επικαλείται την αυξανόμενη αγωνία των πληθυσμών έναντι των ξένων που καταφεύγουν στις δυτικές κοινωνίες. Ακόμα περισσότερο, η ξενοφοβία γίνεται μια πάγια συνιστώσα του δημόσιου χώρου μας και θα μπορούσε να εξηγήσει τη σκλήρυνση της στάσης των ευρωπαϊκών χωρών απέναντι στους μετανάστες. Αποδίδουμε τον όρο «ξενοφοβία» στο σύνολο των λόγων και πρακτικών που τείνουν να χαρακτηρίσουν τον ξένο σαν απειλή για την κοινωνία υποδοχής του και να τον θέσουν στο περιθώριο αυτής της κοινωνίας, είτε ο ξένος πρόκειται να φθάσει είτε έχει μόλις φθάσει ή έχει ήδη εγκατασταθεί.

Επίσης, η ανάπτυξη της ξενοφοβίας στην Ευρώπη συχνά συνδέεται ή ανάγεται απλοποιητικά στις εκλογικές επιτυχίες των κομμάτων της Άκρας Δεξιάς. Η αλήθεια είναι ότι τα κόμματα αυτά εκπροσωπούνται σε περισσότερα από τα μισά εθνικά Κοινοβούλια της Ε.Ε., ότι βρέθηκαν επίσης στην εξουσία σε πολλά κράτη-μέλη συμμετέχοντας σε κυβερνητικές συμμαχίες και ότι καταφέρνουν να καθορίσουν την πολιτική ατζέντα –δηλαδή την ιεράρχηση των κεντρικών θεμάτων– σχεδόν στο σύνολο των χωρών, ακόμα κι εκεί όπου τα ίδια παραμένουν μειοψηφικά ή και περιθωριοποιημένα. Επιπλέον, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι ιδέες τους σήμερα αναμεταδίδονται στο δημόσιο χώρο από τα επίσημα μέσα ενημέρωσης και τα κυβερνητικά κόμματα.

Ωστόσο, το γεγονός ότι δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση στη σχέση ανάμεσα στην ενδυνάμωση αυτών των ξενοφοβικών κομμάτων και την ενίσχυση της ξενοφοβίας σαν πολιτισμικό φαινόμενο κρύβει τον κίνδυνο να περιοριστούμε σε μια μονοσήμαντη αιτιώδη σχέση και να υποτιμήσουμε τη μελέτη της αντίστροφης αιτιότητας, αποσιωπώντας κατ’αυτό τον τρόπο το κεντρικό ερώτημα του γιατί στα δυτικά πολιτικά συστήματα παρατηρείται αυτή η ενίσχυση τόσο της Άκρας Δεξιάς όσο και της ξενοφοβίας. Σήμερα, τόσο οι κυβερνητικοί λόγοι όσο και τα ΜΜΕ που βρίσκονται σε εγγύτητα με τις διοικούσες ελίτ παραπέμπουν ρητά ή άρρητα στις διακυμάνσεις μιας κοινής γνώμης –που δηλώνει το φόβο της έναντι των μεταναστών ευρισκόμενη αντιμέτωπη με μια οικονομική κρίση– για να εξηγήσουν την ίδια στιγμή την ανάδυση των κομμάτων της Άκρας Δεξιάς, την ξενοφοβία και την εφαρμογή δημόσιων πολιτικών απόρριψης των ξένων.

Το υπολανθάνον εξηγητικό σχήμα δεν είναι αναγκαίο να υπενθυμίζεται με κάθε ευκαιρία και σε κάθε δημόσιο λόγο, στο μέτρο που παραπέμπει και ανακινεί μια κοινή λογική που έχει μετατραπεί σε άμεσο ανακλαστικό. Η οικονομική κρίση κάνει την εμφάνισή της κατά τη δεκαετία του ’70 – οι λαϊκές τάξεις αρχίζουν να πλήττονται από την ανεργία – αρχίζουν να φοβούνται τον ανταγωνισμό των ξένων φτηνών εργατικών χεριών και να θεωρούν ότι η συνύπαρξη με τους μετανάστες εναντιώνεται στα δικά τους συμφέροντα – ο ξενοφοβικός εθνικισμός κερδίζει στο εξής έδαφος στην κοινή γνώμη – οι αντιμεταναστευτικές πολιτικές βρίσκουν μια λογική εξήγηση στο σεβασμό των αρχών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και/ή στην έγνοια για την προάσπισή της από μια υπερβολική εξάπλωση των κομμάτων της Άκρας Δεξιάς τα οποία απειλούν τα φιλελεύθερα θεμέλια αυτής της δημοκρατίας.

Μια φράση, ένας υπαινιγμός ή απλά κάποιες λέξεις που παραπέμπουν στις διακυμάνσεις της κοινής γνώμης, τους φόβους που εκφράζονται ή την αγωνία του πληθυσμού απέναντι στην αύξηση των μεταναστών αρκούν για να ενεργοποιήσουν αυτή την αιτιώδη αλληλουχία και να προωθήσουν ένα σχήμα που την ίδια στιγμή εξηγεί αλλά και δικαιώνει τις δημόσιες πολιτικές ενάντια στους μετανάστες. Εξάλλου, η αναπαραγωγή και διάδοση αυτού του ερμηνευτικού σχήματος από τις κυβερνητικές, πολιτικές, δημοσιογραφικές και πνευματικές ελίτ αποδεικνύεται ιδιαίτερα ευνοϊκή για τις ίδιες αυτές ελίτ. Aπέναντι στους παραλογισμούς των λαών, οι ηγεσίες δεν θα μπορούσαν παρά να αντανακλούν και να ικανοποιούν τις πολιτικές επιθυμίες του πλήθους, φροντίζοντας ταυτόχρονα να σχετικοποιήσουν την έντασή τους προκειμένου να αποφύγουν τις επικίνδυνες παρεκκλίσεις. Ο λαός προσφέρει την πρωταρχική ώθηση του πολιτικού κινήματος, και οι ελίτ την κυβερνητική μετάφραση και τον έλεγχό της. Ξαναβρίσκουμε εδώ κοινότοπες αναπαραστάσεις της πολιτικής νομιμοποίησης: την εικόνα μιας εξουσίας που υπηρετεί αξίες, και αυτήν των πεφωτισμένων ελίτ που αναλαμβάνουν το ρόλο του φορέα και προστάτη του δημοκρατικού λόγου.

Υπάρχουν ωστόσο πολλοί λόγοι που επιβάλλουν την αναζήτηση μιας άλλης ερμηνείας.
Ο πρώτος αφορά την κοινή γνώμη, στην οποία δεν θα μπορούσαμε να προσδώσουμε μεγάλη ευθύνη στο πλαίσιο των πολιτικών μας συστημάτων, παρά το γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις γνώμης διογκώνουν την επίδρασή της. «Οι απόψεις είναι δυνάμεις, και οι συσχετισμοί απόψεων συνιστούν συγκρούσεις δυνάμεων», ισχυριζόταν ο Pierre Bourdieu[v]. Ωστόσο, η κατάσταση αυτών των συσχετισμών, που στους κόλπους των πολιτικών μας συστημάτων μπορούν να θεωρηθούν σαν συσχετισμοί ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. O απλός πολίτης αφιερώνει ελάχιστο μέρος του ελεύθερου χρόνου του για την ενημέρωσή του πάνω στην πολιτική ζωή και κατά συνέπεια η διαμόρφωση των πεποιθήσεών του καθορίζεται και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από κάποιους «ταγούς» –υπουργούς, ηγεσίες κομμάτων, δημοσιογράφους, διάσημες προσωπικότητες, οργανώσεις… –που διαθέτουν απείρως περισσότερα μέσα έκφρασης των θέσεών τους στο δημόσιο χώρο.

Ακόμα και συντηρητικοί στοχαστές, όπως οι Charles Edward Lindblom[vi] και Joseph Schumpeter[vii], επισημαίνουν ότι είναι αυτές ακριβώς οι ελίτ που αναλαμβάνουν να επιλέξουν μέσα από τη συνεχή ροή των κοινωνικών θεματικών αυτές που θα αναδειχθούν σαν τα κατεξοχήν δημόσια και κοινά προβλήματα μιας εποχής. Καθορίζουν με αυτόν τον τρόπο ένα είδος «πολιτικής ατζέντας», δηλαδή τις θεματικές που βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, στην οποία οι απλοί πολίτες απλά παραστέκονται. Και σύμφωνα με τον Jürgen Habermas[viii], παραστέκονται σαν σχετικά παθητικοί θεατές σε μια πολιτική σκηνή όπου πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν οι επαγγελματίες της πολιτικής.

Θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο σε μια ανάλυση της κοινωνιολογίας των δημόσιων πολιτικών και να υπενθυμίσουμε ότι οι δραστηριότητες των διαφόρων ελίτ (αξιωματούχων, υπουργών, ειδικών, λομπιστών) απέχουν πολύ από τις αντίστοιχες της κοινής γνώμης και αυτονομούνται ιδιαίτερα από αυτό που το ευρύ κοινό (μιντιατικό, στρατευμένο, εκλογικό…) προσλαμβάνει σαν πολιτική ζωή. Βάσει αυτού του σκεπτικού, είναι δύσκολο να αποδώσουμε στο λαό τον ρόλο του κινητήριου μοχλού της Ιστορίας… για το καλύτερο ή το χειρότερο…

Πρόκειται ωστόσο για το γενικό σκεπτικό στο οποίο βασίζονται πολλές πρόσφατες και εξειδικευμένες μελέτες πάνω στα φαινόμενα που μας ενδιαφέρουν εδώ, αυτά δηλαδή των ξενοφοβικών εθνικισμών και των αντιμεταναστευτικών πολιτικών[ix]. Η πολιτική κοινωνιολόγος Annie Collovald[x] κατάφερε πρόσφατα να αποδομήσει με πολύ εύστοχο τρόπο το «λαϊκό» προφίλ που προβάλλει η Άκρα Δεξιά, δείχνοντας ότι στην περίπτωση της Γαλλίας η κοινωνική βάση τόσο των ψηφοφόρων όσο και των ηγετών της πολιτικής αυτής τάσης δεν έχει τίποτε το πραγματικά λαϊκό. Ο Sylvain Laurent από τη μεριά του έδειξε πώς ο λόγος πάνω στο «ρατσισμό του λαού» συγκροτήθηκε στους κόλπους των ελίτ κατά τη δεκαετία του 1970, περίοδο κατά την οποία το Front National (Εθνικό Μέτωπο) δεν επηρέαζε ακόμα την πολιτική ζωή[xi].

Σε ό,τι αφορά τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές, οι μελέτες για την Αυστρία[xii], την Ισπανία[xiii], τη Γαλλία[xiv], την Ελλάδα[xv], την Ιταλία[xvi] και το Ηνωμένο Βασίλειο[xvii] δείχνουν ότι η συγκεκριμένη πολιτική και πολιτιστική στροφή αποκαλύπτει άλλους πρωταγωνιστές και όχι τον απλό πολίτη. Πρόκειται κατά κύριο λόγο για υπουργούς, συμβούλους, υψηλούς αξιωματούχους, διοικητές δημόσιων ή ημι/παρα-δημόσιων υπηρεσιών, ειδικούς, υπεύθυνους επικοινωνίας, λομπίστες… Όλοι αυτοί λαμβάνουν ελάχιστα υπόψη τους την κοινή γνώμη, η οποία συχνά στρατολογείται οικειοθελώς στη δικαίωση των πολιτικών τους θέσεων.

Η υπόθεση που μπορούμε να εξαγάγουμε από κάτι τέτοιο είναι ότι τα αντιμεταναστευτικά μέτρα δεν αποτελούν τη συνέπεια αλλά μάλλον την αιτία της ενεργοποίησης της ξενοφοβίας, η οποία μπορεί να βρίσκεται σε λανθάνουσα μορφή σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία αλλά δεν μπορεί να αναδειχθεί και να επιβληθεί στην πολιτική σκηνή παρά μόνο αν οι διοικούσες ελίτ χαρακτηρίσουν τους ξένους ως πρόβλημα απειλή ή κίνδυνο για το δημόσιο βίο. Αλλά σε αυτό ακριβώς συνίσταται και το αποτέλεσμα τριάντα χρόνων πολιτικών που απορρίπτουν τις αιτήσεις ασύλου, εισηγούνται το «κλείσιμο» των συνόρων, απαγορεύουν την οικογενειακή επανασύνδεση, θεωρούν ύποπτους τους μεικτούς γάμους, πολλαπλασιάζουν τις αστυνομικές «επιχειρήσεις σκούπα» ενάντια στους χωρίς χαρτιά, εστιάζουν την ειδησεογραφική καθημερινότητα σε κάποια σαπιοκάραβα που μεταφέρουν μετανάστες, εισηγούνται την ποινικοποίηση όσων είναι αλληλέγγυοι στους πρόσφυγες, οργανώνουν μαζικές απελάσεις, στρατιωτικοποιούν τα σύνορα…

Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο κυβερνητική ξενοφοβία για να δηλώσουμε μια ιδεολογία που διαπερνά το σύνολο των δημόσιων πολιτικών και συνίσταται στην έκδηλη επιθυμία απόρριψης των ξένων. Πρόκειται για μορφή ξενοφοβίας που δεν εκφράζεται με ακραία συνθήματα ή ρατσιστικές λεκτικές επιθέσεις, αλλά μέσα από νηφάλιους λόγους επισήμων και συγκεκριμένες νομοθετικές, διοικητικές και νομικές πράξεις: «κλείσιμο» των συνόρων, απόρριψη αιτήσεων ασύλου, μαζική άρνηση απονομής βίζας, περιορισμούς στην οικογενειακή επανασύνδεση, σκλήρυνση των όρων παραμονής, αστυνομικούς ελέγχους των ξένων, φυλακίσεις για λόγους που άπτονται άμεσα ή έμμεσα των συνθηκών παραμονής… Οι δημόσιες πολιτικές αποτελούν τα μηνύματα με τη μεγαλύτερη απεύθυνση και ακροαματικότητα και χωρίς να συνιστούν έναν πρόστυχο ρατσισμό, αρκούν για να υποδείξουν τον ξένο σαν πρόβλημα, σαν απειλή ή –το λιγότερο– σαν κίνδυνο.

Η ενεργοποίηση της ξενοφοβίας μέσα από τις πολιτικές απόρριψης προκαλείται εκούσια από τους κυβερνώντες ή συνιστά μια ακούσια «παράπλευρη συνέπεια»; Πρόκειται για παρενέργεια της πολιτικής κουλτούρας των ελίτ ή για μια ιστορική αδεξιότητα ευρείας κλίμακας που ενεργοποιεί ασυνείδητα τους ξενοφοβικούς εθνικισμούς; Όποια κι αν είναι η απάντηση, δεν έχουμε ελπίδες να τη βρούμε χωρίς να πραγματευτούμε την έννοια της κυβερνητικής ξενοφοβίας και χωρίς να διακρίνουμε αυτήν την τελευταία από την ξενοφοβία της αμφισβήτησης που χαρακτηρίζει τα κόμματα της Άκρας Δεξιάς. Δεν πρέπει ούτε να προσδώσουμε την αποκλειστικότητα της ξενοφοβίας σε ακροδεξιά γκρουπούσκουλα ή κόμματα ούτε όμως και να εξαιρέσουμε εκ των προτέρων τις κυβερνητικές, διοικητικές και πολιτικές ελίτ. Πρέπει ακόμα να είμαστε σε θέση να αποδεχθούμε, ή έστω να επιτρέψουμε την υπόθεση ότι η ξενοφοβία μπορεί να υπάρξει και χωρίς την έκφραση ενός αισθήματος μίσους, μέσα στην παγερή αδιαφορία που οδηγεί τις κυβερνώσες ελίτ στον καθορισμό μιας απειλής και στη λήψη των μέτρων που υποτίθεται ότι θα την αποσοβήσουν.

Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να συναντήσουμε την κυβερνητική ξενοφοβία ακόμα και σε πολιτικές που εμφανίζονται με μια πρώτη ματιά να απέχουν πολύ από την επιθυμία απόρριψης των ξένων, πιο συγκεκριμένα δε στις πολιτικές που αφορούν στο δικαίωμα ασύλου.

Από το δικαίωμα ασύλου, στο δικαίωμα απόρριψης[xviii]

Ανατρέχοντας εν έτει 2006 στην ιστορία των προσφύγων που εγκατέλειπαν αρχικά τη Χιλή και στη συνέχεια το Βιετνάμ, την Καμπότζη ή το Λάος κατά τη δεκαετία του ’70, παρατηρούμε –όχι δίχως έκπληξη– ότι κανένας δεν ήγειρε την παραμικρή αμφισβήτηση αναφορικά με τους λόγους που τους ωθούσαν στην εξορία. Τριάντα χρόνια αργότερα, σε όλες τις δυτικές χώρες, ειδικότερα δε στην Ευρώπη, η πραγματικότητα παρουσιάζεται αντεστραμμένη. Στις μέρες μας, η φωνή των αιτούντων ασύλου φθάνει σπάνια στ’αυτιά μας. Οι προσωπικές τους μαρτυρίες προκαλούν πιο συχνά την καχυποψία παρά την κατανόηση, ενώ η υπηκοότητα ή η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα προέλευσής τους τείνει να έχει –αν έχει ακόμα– αμελητέα σημασία.

Πώς περνάμε στην Ευρώπη και σε ένα διάστημα μικρότερο των τριάντα χρόνων από μια κατάσταση κατά την οποία οι πρόσφυγες θεωρούνται θύματα, ή ακόμα και αντικείμενα οίκτου, σε μια άλλη που τους καθιστά ενόχους οι οποίοι χρήζουν διωγμού και εγκλεισμού σε στρατόπεδα;

Η απάντηση βρίσκεται σε μια ιστορική διαδικασία, σε έναν φαύλο κύκλο της απόρριψης που, με αφετηρία τη δεκαετία του ’70, κάνει τα ποσοστά απόρριψης των αιτήσεων ασύλου να αυξάνονται συστηματικά. Πρόκειται για διαδικασία που ξεκινά με την υπονόμευση της αξιοπιστίας των προσφύγων προτού βρει την αντανάκλασή της στους πολιτικούς λόγους που κατά τη δεκαετία του ’80 θα καταφερθούν πλέον ανοιχτά ενάντια τους «ψευτο-πρόσφυγες» και θα βρουν πρόσφορο έδαφος σε μια συγκυρία που χαρακτηρίστηκε από έντονη όξυνση των ξενοφοβικών εθνικισμών. Η διπλή αυτή δυναμική θα επιφέρει καθοριστικούς μετασχηματισμούς στο θεσμικό πλαίσιο του ασύλου και θα οδηγήσει από το ’90 κι έπειτα στη ριζοσπαστικοποίηση των ρητορικών απόρριψης. Θα καταλήξει έτσι να παγιωθεί, διαμορφώνοντας αντίστοιχες νοοτροπίες και επιτρέποντας την αύξηση των ποσοστών απόρριψης.

Το κράτος πρόνοιας ουδέποτε αναγνώρισε μεταξύ των ουσιαστικών του στόχων την υποδοχή των προσφύγων και μεταναστών, και ως εκ τούτου τίποτε δεν το υποχρέωνε να αφιερώσει μέρος των δαπανών του σε μια τέτοια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, ελάχιστες είναι οι κοινωνικές ή πολιτικές δυνάμεις που διεκδικούν περισσότερη μέριμνα για αλλοεθνείς πληθυσμούς. Η υιοθέτηση το 1951 της Σύμβασης της Γενεύης αναφορικά με τους πρόσφυγες συντελέσθηκε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα όχι τόσο γιατί ευνοήθηκε από το γεωπολιτικό συγκείμενο του Ψυχρού Πολέμου όσο γιατί δεν συνοδευόταν από καμία άμεση δέσμευση για δημόσιες δαπάνες. Την εποχή εκείνη ένα πολύ μικρό ποσοστό προσφύγων υπέβαλλε αίτηση ασύλου, ενώ η πλειονότητα των μεταναστών κατάφερνε να οργανώσει τη ζωή της στις «ανοιχτές» δυτικές χώρες χωρίς να θεωρεί σκόπιμη την εμπλοκή της σε διαδικασίες γραφειοκρατικές, περίπλοκες και χωρίς σημαντικό αντίκρισμα στις συνθήκες της καθημερινής ζωής. Οι περισσότεροι προτιμούσαν να τις αποφύγουν. Έτσι, οι λίγες χιλιάδες αιτήσεις ασύλου που κατατίθονταν σε κάθε χώρα μπορούσαν –χωρίς κανείς να παραπονεθεί– να τύχουν συνοπτικής επεξεργασίας και επιφανειακής διοικητικής εξέτασης, καταλήγοντας για την πλειονότητα των περιπτώσεων στην απονομή της ιδιότητας του πρόσφυγα.
Η διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων ήταν και παραμένει συνοπτική, τα αποτελέσματά της όμως αποδεικνύονται πλέον ιδιαίτερα δυσμενή για τους πρόσφυγες. Στη Γαλλία περνάμε κατ’αυτό τον τρόπο και μέσα σε διάστημα λίγων ετών από το δεδομένο της συνοπτικής απονομής προς όφελος μιας μειονότητας σε μια κατάσταση συνοπτικής απόρριψης εις βάρος της πλειονότητας: Με εξαίρεση κάποιους πληθυσμούς που τυγχάνουν του προνομίου των ποσοστώσεων (Χιλιανοί, Καμποτζιανοί, Βιετναμέζοι και Λαοσιανοί), οι υπόλοιποι αιτούντες ασύλου, που είναι μη επιθυμητοί πολιτικά, θεωρούνται και μη αξιόπιστοι. Τα ποσοστά απόρριψης αυξάνονται όταν μειώνεται το ποσοστό των αιτήσεων από υπηκοότητες που δεν ευνοούνται από τις χώρες υποδοχής. Αυξάνονται δηλαδή όταν μεγιστοποιούνται οι μη επιθυμητές αιτήσεις ασύλου, όπως αυτές που προέρχονται από την Αφρική, οι οποίες γνωρίζουν από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 μέχρι σήμερα ποσοστό απόρριψης της τάξης του 90%.

Παρόλο που το πέρασμα από τη συνοπτική διαδικασία απονομής στη συνοπτική διαδικασία απόρριψης δεν συντελέσθηκε ταυτόχρονα στο σύνολο των χωρών, τα ποσοστά απόρριψης παρουσιάζουν σαφή τάση σύγκλισης προς τις ανώτατες τιμές. Μπορούμε να δούμε τις διακυμάνσεις σε έναν χρονολογικό πίνακα που καλύπτει την περίοδο 1985-1995 (βλέπε πίνακα 1).

Πίνακας 1: Ποσοστά απόρριψης αιτήσεων συμβατικού ασύλου[xix] (σε ποσοστά %)

Έτος Αυστρία Βέλγιο Γαλλία Γερμανία Ιταλία Ελβετία Ην. Βασίλειο
1985 55 57 60 93 86 78
1986 64 61 78 96 88 88
1987 69 67 88 93 91 87
1988 73 62 65 89 96 93 75
1989 81 51 72 94 64 95 67
1990 93 63 85 95 40 95 74
1991 87 74 80 92 95 97 91
1992 90 72 72 95 95 95 97
1993 92 71 72 95 91 85 92
1994 92 69 76 90 82 87 95
1995 87 68 84 83 83 85 94

Οι αριθμοί αυτοί δεν περιλαμβάνουν τις «επικουρικές» προστατευτικές ρυθμίσεις οι οποίες, χωρίς να επιτρέπουν στον πρόσφυγα να οργανώσει τη ζωή του σε μια άλλη χώρα, μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμες με ετεροχρονισμένες για το μέλλον απορρίψεις.

Οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται ακόμα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες τείνουν να απαλειφθούν με τη σύγκλιση όλων των χωρών προς τις ανώτατες τιμές. Οι τιμές για το 2003, έτος επισημοποίησης των πολιτικών εξωτερίκευσης του ασύλου, μιλούν από μόνες τους (βλέπε πίνακα 2).

Κάποιες χώρες έχουν ήδη αγγίξει τις οριακές τιμές, ενώ άλλες παρουσιάζουν σαφή τάση προς αυτές. Πού βρίσκονται όμως τα όρια; Η Ελλάδα, για παράδειγμα, προσεγγίζει την απόλυτη τιμή του 100%! Σε άλλες πάλι χώρες, όπου η διαδικασία απονομής ασύλου αντλεί κονδύλια από τον ετήσιο προϋπολογισμό και συνοδεύεται από τη δημιουργία αντίστοιχων θέσεων εργασίας, υπάρχουν γραφειοκρατικά εμπόδια που αποτρέπουν μια τέτοια εξέλιξη. Η εγγύτητα στο 100% επιφέρει τον κίνδυνο αμφισβήτησης των σχετικών κονδυλίων και θέσεων εργασίας, διότι ένα τέτοιο ποσοστό θα μπορούσε να επιτευχθεί με ελάχιστες ή μηδαμινές κρατικές δαπάνες.

Πίνακας 2: Ποσοστά απόρριψης αιτήσεων συμβατικού ασύλου (1η υποβολή και έφεση) για το έτος 2003

Γερμανία 95.7 85.7
Ιρλανδία 94.1 82.3
Αυστρία 70.4
Ιταλία 88.7
Βέλγιο 76.1 90.1
Λουξεμβούργο 93.1
Δανία 75.5 92.8
Κάτω Χώρες 98 92.3
Ισπανία 81.4
Πορτογαλία 90.9
Φινλανδία 99.5
Ην. Βασίλειο 96.7 79.6
Γαλλία 90.2 88.6
Σουηδία 98.3 98.5
Ελλάδα 99.9

Στη γλώσσα των διοικητικών υπηρεσιών, των νομικών οργάνων και των παρα-δημόσιων δομών που εξειδικεύονται στον τομέα δεν γίνεται λόγος για «ψευτο-πρόσφυγες» αλλά για «απορριφθέντες/ μη τυγχάνοντες του δικαιώματος ασύλου». Η τεχνοκρατική εγκράτεια στο ζήτημα της ορολογίας δεν είναι τυχαία. Ο απορριφθείς δεν είναι αντικείμενο μίσους. Κάποιοι μπορούν να εξοργίζονται με τα «ψέματα» των μεταναστών, αλλά η αποκάλυψη ενός ψέματος μπορεί να οδηγήσει τον κριτή σε ένα αυτάρεσκο αίσθημα υπεροχής που συνοδεύεται από μια συγκαταβατική αδιαφορία. Για άλλους πάλι κριτές, ο απορριφθείς απλώς εξαφανίζεται στο ανώνυμο πλήθος των αιτήσεων που απορρίφθηκαν. Αν μερικές φορές ένα πικρό αίσθημα για κάποιο «πιθανό σφάλμα» συνεχίζει να βαραίνει τις συνειδήσεις, το ίδιο το «σφάλμα» είναι σχεδόν αδύνατο να αποκαλυφθεί.

Ο «ψευτο-πρόσφυγας», έτσι όπως παρουσιάζεται στο δημόσιο χώρο, είναι διαφορετικός. Πρόκειται για απειλή, για υποκείμενο που εγείρει την ανησυχία γιατί συμπυκνώνει ταυτόχρονα την ιδιότητα του λαθραίου, του παρασιτικού και του εισβολέα. Ωστόσο, η εννοιολογική διάκριση ανάμεσα στον «απορριφθέντα» και τον «ψευτο-πρόσφυγα» δεν αντανακλάται σε καμία περίπτωση στην ίδια την κοινωνική πραγματικότητα. Στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών τα ποσοστά απόρριψης αυξήθηκαν κατά τη δεκαετία του ’80, προτού δηλαδή το φάντασμα του «ψευτο-πρόσφυγα» κατακλύσει τους πολιτικούς λόγους και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αυτό το στατιστικό δεδομένο, απόσταγμα υπομονετικής εργασίας δεκαετιών, αναδιαμόρφωσε εκ βαθέων τις πεποιθήσεις που σήμερα κυριαρχούν στην πολιτική ζωή αναφορικά με τους «ψευτο-πρόσφυγες».

Οι στατιστικές αυτές ενσωματώθηκαν και στους πολιτικούς λόγους: «Οι μισοί ή τα τρία τέταρτα όσων ζητούν άσυλο στην Ευρώπη δεν πληρούν τα κριτήρια ώστε να αναγνωριστούν με σαφήνεια ως πρόσφυγες». (Tony Blair, 10/03/03) «[…] τα πραγματικά κατατρεγμένα άτομα απέχουν πολύ από το να αποτελούν την πλειονότητα όσων ζητούν άσυλο. Ενώ μέχρι πρόσφατα αναγνώριζε την ιδιότητα του πρόσφυγα σε ένα άτομο στα πέντε, η OFPRA[xx] δεν το χορηγεί πλέον παρά σε λιγότερο από το 13% των αιτούντων. Η διαπίστωση γίνεται ακόμα πιο σαφής σε ό,τι αφορά το δικαίωμα εδαφικής ασυλίας[xxi], για την οποία το ποσοστό θετικών αποφάσεων δεν ξεπέρασε το 0,3 % για το 2002. Η αλήθεια είναι ότι πολλοί ξένοι προστρέχουν στο σύστημα απονομής ασύλου όχι για να αποκτήσουν την προστασία της χώρας μας, αλλά για να παραμείνουν σε αυτή κατά το δυνατόν περισσότερο, δεδομένου ότι τα κίνητρά τους είναι οικονομικής φύσης». (D. Villepin, AN, 05/06/03)

Το ιδεολογικό βάρος των ποσοστών απόρριψης συμπαρασύρει τα πάντα στο πέρασμά του, συμπεριλαμβανομένων και των θεσμικών οργάνων που ειδικεύονται στην κοινωνική προστασία των προσφύγων. Η ίδια η Ύπατη Αρμοστεία Μετανάστευσης του ΟΗΕ παραιτήθηκε από την πλειονότητα των διαδικασιών εξέτασης αιτήσεων ασύλου στην Ευρώπη και έφθασε να καταγγέλλει τις «μεικτές εισροές» και τις «καταχρήσεις» σε ό,τι αφορά την απονομή του ασύλου, προκειμένου να υπερασπιστεί τη νομιμότητά της έναντι των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, από τις οποίες αντλεί περισσότερο από το μισό του ετήσιου προϋπολογισμού της. Πανεπιστημιακοί Δικαίου και διοικητικά στελέχη νομιμοποίησαν τα ποσοστά απόρριψης, αποδίδοντάς τους μια τεχνοκρατική εγκυρότητα μέσω μνημειωδών Συμφώνων και ατέρμονων νομικών υπομνημάτων. Οι φορείς του παρα-δημόσιου τομέα που προσφέρουν καταλύματα στους αιτούντες ασύλου πολλαπλασιάστηκαν εντυπωσιακά, αναπαράγοντας ωστόσο ρητορικές που αναγνωρίζουν την ίδια τους την υποτέλεια και εξάρτηση από τις δημόσιες πολιτικές και εφαρμόζοντας τις απορριπτικές αποφάσεις απονομής ασύλου ακόμα και με τον εκτοπισμό και την απέλαση των μεταναστών από τα ίδια τα κέντρα φιλοξενίας. Οι εξειδικευμένες αυτές δομές καταθέτουν πρόθυμα τα διαπιστευτήριά τους στο διοικητικό και δικονομικό λόγο, που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να νομιμοποιεί την ενίσχυση των ποσοστών απόρριψης. Οι λιγότερο εξειδικευμένοι ταγοί της κοινής γνώμης, πολιτικά κόμματα και μέσα μαζικής ενημέρωσης, ακόμα κι αν το επιθυμούν, δύσκολα μπορούν να αντισταθούν σε αυτό το «κλίμα απόψεων» που διαμορφώνεται από τους κύκλους των τεχνοκρατών.

Η ιστορική διαδικασία του φαύλου κύκλου της απόρριψης θεμελιώνεται στις συνεργίες ανάμεσα στην τεχνοκρατική σφαίρα και το δημόσιο χώρο, πολιτικό και μιντιατικό. Μέσα από αυτές τις συνεργίες διαμορφώνονται ρητορικές που είναι κοινές και στους δυο κόσμους: από τη μια πλευρά ένας ενιαίος τρόπος σκέψης και από την άλλη μια στερεότυπη ηθική και πολιτική νομιμοποίηση των καθημερινών πολιτικών και των μακροπρόθεσμων δεσμεύσεων. Πρόκειται για ρητορικές που παρέχουν σε όσους έχουν μια δυνατότητα απόφασης –από τον υπάλληλο του γκισέ μέχρι τον υπουργό, περνώντας από τον δικαστή– όλους τους «καλούς λόγους» που δικαιολογούν την απόρριψη.

Οι δύο εκφάνσεις υπήρχαν ήδη από το 1951 και προωθήθηκαν από τη Σύμβαση της Γενεύης: πρόκειται για τη ρητορική της αναξιοπιστίας και την ρητορική του αποκλεισμού. Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου η κοινωνική τους εφαρμογή ολίσθησε προς τη συστηματική απόρριψη. Δύο άλλες ρητορικές έκαναν πρόσφατα την εμφάνισή τους, επιβεβαιώνοντας την κυρίαρχη τάση ριζοσπαστικοποίησης, αυτές της άρνησης ασύλου και της εξωτερίκευσης.

– Η ρητορική της αναξιοπιστίας: Η Σύμβαση της Γενεύης καθορίζει τα κριτήρια απονομής της ιδιότητας του πρόσφυγα, συναρτώντας τα με την αξιολόγηση της αφήγησης του εκτοπισμού του. Οι ίδιοι όμως οι όροι αξιολόγησης δεν επιτρέπουν στους εξεταστές-κριτές να απαντήσουν στο ερώτημα: πρόκειται για πραγματικό πρόσφυγα; Έτσι λοιπόν κι αυτοί απαντούν σε μια διαφορετική ερώτηση: με έπεισε ο συγκεκριμένος εξόριστος; Ωστόσο, η τάση τους να πειστούν ή όχι εξαρτάται από πλήθος παραγόντων που στην πλειονότητά τους δεν έχουν καμία σχέση με την ίδια την αφήγηση (πολιτικές πεποιθήσεις του εξεταστή, προσωπική αντίληψη για τη μετανάστευση, γνώσεις αναφορικά με τη χώρα καταγωγής, προσωπική ερμηνεία ενός δικαιώματος που παραμένει ιδιαίτερα ασαφές και περιλαμβάνει χαοτικές νομολογίες κ.λπ.). Το αίσθημα αντικειμενικότητας και δικαιοσύνης που διακατέχει κάθε εξεταστή αιτήσεων ασύλου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους δημόσιους λόγους της εποχής του. Και σήμερα οι λόγοι αυτοί κάνουν ολοένα και πιο δύσκολη την αξιοπιστία του λόγου ενός πρόσφυγα. Η ρητορική της δυσπιστίας αρκείται στην απλή έκφραση: δεν το πιστεύω, και δεν αφήνει περαιτέρω περιθώρια συζήτησης.

– Η ρητορική του αποκλεισμού: Η Σύμβαση της Γενεύης προβλέπει την απόρριψη απονομής ασύλου σε τυράννους, δήμιους και ενόχους για ποινικά αδικήματα. Τέτοιες περιπτώσεις είναι τόσο σπάνιες… όσο και οι αυθόρμητες ομολογίες και παραδοχές ενοχής, χωρίς τις οποίες είναι ιδιαίτερα δύσκολο να ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση χωρίς προηγούμενη έρευνα και στη βάση απλών υποψιών για τρομερά κάποιες φορές γεγονότα (γενοκτονίες, εγκλήματα πολέμου…). Παρ’όλα αυτά, η σπανιότητα δεν είναι παρά φαινομενική, στο μέτρο που επιτρέπει έμμεσους αποκλεισμούς. Για παράδειγμα, μια απλή υποψία για τρομοκρατία μπορεί να καταστήσει αναξιόπιστη μια αίτηση ασύλου αλλά και όλες όσες καταβάλλονται από αιτούντες με την ίδια καταγωγή ή υπηκοότητα. Στην καθημερινή διοικητική και νομική πρακτική, η ρητορική που χρησιμοποιείται για τέτοιες περιπτώσεις είναι αυτή της αναξιοπιστίας, η οποία παρέχει τη διευκόλυνση της αποφυγής περαιτέρω λεπτομερειών για τη δικαιολόγηση της απόφασης. Αυτή η πλατιά διαδομένη πρακτική ενισχύεται από τους λόγους και τις πολιτικές περί ασφάλειας που κυριαρχούν παντού στην Ευρώπη και πλήττει περισσότερο τις αιτήσεις που κατατίθενται από Άραβες, Κούρδους, Τσετσένους, Ιρακινούς και Ταμίλ…

– Η ρητορική της άρνησης ασύλου: Ο όρος «έκδηλα αστήριχτη» αίτηση κάνει την εμφάνισή του ήδη από το 1980 στην τεχνοκρατική ορολογία, για να προστεθεί στα νομικά μέσα που επιτρέπουν μια απόρριψη με διαδικασίες ακόμα πιο συνοπτικές από τις συνηθισμένες, χωρίς ακροαματική διαδικασία και συχνά μετά από μια πρόχειρη ανάγνωση της αφήγησης της φυγής. Η Ύπατη Αρμοστεία Μεταναστών υιοθετεί το εννοιολογικό πλαίσιο αυτής της πρακτικής απόρριψης το 1983, ακόμα κι αν τα κράτη το εφαρμόζουν ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Αρχικά, η άρνηση να εισακουσθεί μια αίτηση, ή να εκφραστεί με τρόπο ολοκληρωμένο, θεσμοθετείται και εφαρμόζεται για τους συνοριακούς σταθμούς, τα αεροδρόμια, αλλά και για τα διοικητικά γραφεία και τις νομικές διαδικασίες. Το αποτέλεσμα δεν είναι άλλο από την αύξηση των ποσοστών απόρριψης, αλλά τα ποσοστά ποικίλλουν ανάλογα με τις χώρες: το Ηνωμένο Βασίλειο τις εκτιμά περίπου στο 40%. Αργότερα, αυτή η πρακτική ενισχύεται με την υιοθέτηση της έννοιας «αξιόπιστη χώρα», «αξιόπιστες τρίτες χώρες» (σε ό,τι αφορά τις χώρες διέλευσης) και «αξιόπιστες χώρες πρώτης υποδοχής», όροι στους οποίους η Ύπατη Αρμοστεία Μεταναστών θα προσδώσει θεσμική ισχύ το 1989 και θα διευκολύνουν τις απορρίψεις αιτήσεων ασύλου που χαρακτηρίζονται εκ των προτέρων ως «έκδηλα αστήριχτες».

– Η ρητορική της εξωτερίκευσης: Η εν λόγω ρητορική κάνει την εμφάνισή της στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν ο όρος «εσωτερικό άσυλο» αρχίζει να χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι ένα πρόσωπο που δύναται να βρει άσυλο σε ένα άλλο μέρος της πατρίδας του δεν δικαιούται να το αναζητήσει σε μια άλλη χώρα. Η ίδια λογική διαπνέει την έννοια των «ζωνών ειδικής προστασίας», την οποία επεξεργάστηκε η Ύπατη Αρμοστεία Μεταναστών προκειμένου να συγκεντρώνει σε έναν συγκεκριμένο χώρο τους πρόσφυγες μιας ευρύτερης περιοχής, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους. Το 2003 η συνεισφορά της Μεγάλης Βρετανίας συνίστατο στα «στρατόπεδα διέλευσης προς εξέταση των αιτήσεων ασύλου», επιτρέποντας με αυτόν τον τρόπο την απόρριψη των αιτήσεων προτού ακόμα οι αιτούντες εισέλθουν στην ευρωπαϊκή επικράτεια και αναθέτοντας σε άλλα κράτη τη διαχείριση τόσο των στρατοπέδων όσο και των διαδικασιών απέλασης.

Στη μεθόριο της αυτοκρατορίας της απόρριψης

Η ευρωπαϊκή πολιτική των εξωτερικών στρατοπέδων δεν εμφανίζεται σαν ριζική καινοτομία αλλά σαν ριζοσπαστικοποίηση μιας προϋπάρχουσας διαδικασίας. Υπό αυτή την έννοια δεν αποτελεί κάτι νέο, ακόμα κι αν εισάγει μια νέα διάσταση του φαινομένου που μελετάμε: η διάδοσή της πέρα από τα ευρωπαϊκά σύνορα και, πιο συγκεκριμένα, στις όμορες χώρες –οι οποίες παρουσιάζονται ταυτόχρονα σαν χώρες που έλκονται από την ιδέα ένταξής τους στην Ε.Ε. αλλά και είναι προορισμένες να μείνουν έξω από αυτήν…– μας επιτρέπει να αναφερόμαστε στις μεθορίους της αυτοκρατορίας. Στις ευαίσθητες αυτές ζώνες συμπυκνώνονται και εκδηλώνονται τόσο οι εσωτερικές όσο και οι εξωτερικές εντάσεις και τριγμοί κάθε αυτοκρατορίας, συχνά με τρόπο ιδιαίτερα οξυμένο εξαιτίας της ασταθούς και αβέβαιης κατάστασης στην οποία βρίσκονται: οι μεθόριοι τείνουν να διοικούνται τόσο από την αυτοκρατορία όσο και από τα όμορα κράτη που θεωρούνται ανεξάρτητα.

Η διοίκηση και ο έλεγχος των μεθορίων αποτελεί κομβικό διακύβευμα στη συγκρότηση της εσωτερικής ενότητας της αυτοκρατορίας. Σήμερα δε επαφίεται σε δυο κεντρικές υπηρεσίες της εκτελεστικής εξουσίας της Ε.Ε., τη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση (ΓΔ «Δικαιοσύνης, Ελευθερίας και Ασφάλειας») και τη Γενική Διπλωματική Διοίκηση (ΓΔ «Εξωτερικών Σχέσεων»). Ήδη από τη δεκαετία του ’90 οι πολιτικές αυτών των υπηρεσιών αντανακλούν τις απαιτήσεις των ηγεσιών των πιο ισχυρών και ριζοσπαστικών κρατών-μελών και εστιάζουν στις μεθορίους του Νότου της Ε.Ε., προσδίδοντας μια συγκεκριμένη ευρω-αφρικανική διάσταση στη συγκρότηση της αυτοκρατορίας της απόρριψης.

Είναι πράγματι στα νότια σύνορα της Ευρώπης όπου συμπυκνώνονται οι βασικοί παράγοντες αυτής της πολιτικής ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Βρίσκουμε τα ίχνη τους στα ευρωπαϊκά προπαρασκευαστικά κείμενα της «Ευρω-μεσογειακής Σύμπραξης» το 1995, αλλά και στο ιστορικό των διμερών σχέσεων ανάμεσα στην Ισπανία και το Μαρόκο, την Ιταλία και τη Λιβύη, τη Γαλλία και την Αλγερία. Προοδευτικά, η Ευρώπη διαμορφώνει τη δική της αντίληψη των μεταναστευτικών ρευμάτων που προέρχονται από τη Μαύρη και Βόρεια Αφρική, προσδίδοντάς τους το χαρακτήρα απειλής. Η περιοχή του Μαγκρέμπ βρίσκεται στο εξής στο γεωγραφικό και πολιτικό επίκεντρο αυτής της ευρω-αφρικανικής έντασης. Και αν το Μαρόκο δεν είναι η μόνη, είναι σίγουρα μία από τις πρώτες χώρες που θα υποστούν τις έντονες ευρωπαϊκές πιέσεις, δεδομένου ότι το στενό του Γιβραλτάρ θα μετατραπεί σε ανοιχτή πόρτα εισόδου προσφύγων προς την Ευρώπη.

Αν μπορούμε να κάνουμε λόγο για εφαρμογή του Προγράμματος της Χάγης στο Νότο της Ευρώπης, πρέπει να γίνει σαφές ότι δεν πρόκειται για την απλή εκτέλεση ενός πολιτικού σχεδίου που προέκυψε αίφνης το Νοέμβριο του 2004. Η εφαρμογή προηγείται κατά πολλά χρόνια αυτής της ημερομηνίας, το συγκεκριμένο δε κείμενο ήλθε να επισημοποιήσει μια κοινή ευρωπαϊκή δράση που λάμβανε ήδη χώρα στην περιοχή του Μαγκρέμπ –και ειδικότερα στο Μαρόκο– από τα τέλη του 1990. Υπό αυτό το πρίσμα, το Μαρόκο αποτέλεσε αφενός ένα μέτωπο δράσης άμεσης προτεραιότητας και αφετέρου ένα εργαστήριο δοκιμής των πολιτικών της Ε.Ε. Μέσω διμερών διπλωματικών και αστυνομικών σχέσεων μεταξύ Ισπανίας και Μαρόκου, πολυμερών σχέσεων στο πλαίσιο της «Ευρω-μεσογειακής Σύμπραξης» και συγκεκριμένων δράσεων που ανέλαβε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο Μαρόκο, η ευρωπαϊκή πολιτική ασκεί σημαντική επιρροή στην ανάπτυξη της εσωτερικής πολιτικής της εν λόγω χώρας.

Πρέπει να ανατρέξουμε στο 1996, έτος υπογραφής του ευρω-μαροκινού Συμφώνου, αλλά και να ακολουθήσουμε το ιστορικό νήμα των περίπλοκων ομολογουμένως σχέσεων ανάμεσα στο Μαρόκο, την Ισπανία και την υπόλοιπη Ευρώπη, για να δούμε πώς ο αγώνας ενάντια στους πρόσφυγες αναδεικνύεται σε κεντρική διακύβευση μιας διεθνούς δράσης που διαδραματίζεται στο Μαρόκο και εκτυλίσσεται εις βάρος του. Χώρα οικονομικά ασθενής και εξαρτώμενη τόσο από την αναπτυξιακή βοήθεια ξένων χωρών (κυριότερα ευρωπαϊκών) όσο και, σε μεγάλο βαθμό, από την κατάσταση και τις εισφορές της διασποράς της στο εξωτερικό (ειδικότερα δε στη Γαλλία), διπλωματικά απομονωμένη από την υπόλοιπη Αφρική και το Μαγκρέμπ εξαιτίας της κατοχής της Δυτικής Σαχάρας, γοητευμένη από τον οικονομικό και πολιτικό πόλο της Ε.Ε. και αιτούσα μια προνομιακή σύμπραξη με αυτή, το Μαρόκο δεν θα αντισταθεί περισσότερο από πέντε χρόνια στις ευρωπαϊκές πιέσεις και θα επισημοποιήσει ήδη από το Μάρτιο του 2002 το ρόλο του στην ευρωπαϊκή μάχη ενάντια στους πρόσφυγες.

Η εφαρμογή της ευρωπαϊκής πολιτικής των εξωτερικών στρατοπέδων εγγράφεται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας συναπόφασης ανάμεσα σε άνισους εταίρους και ως εκ τούτου η υλοποίηση των αποφάσεων εξαρτάται και επικαθορίζεται άμεσα τόσο από τους εκάστοτε συσχετισμούς δυνάμεων μεταξύ αυτών των εταίρων όσο και από τις επιμέρους ιδιαιτερότητες των χωρών, των περιοχών και των κοινωνικών χώρων που εμπλέκονται στη διαδικασία. Οι τύποι στρατοπέδων ποικίλλουν ιδιαίτερα, τόσο στην περιφέρεια της Ευρώπης όσο και στο εσωτερικό της. Πρόκειται για διοικητικά κέντρα κράτησης, παλιά στρατόπεδα φυλακισμένων ή φυλακές που διαμορφώθηκαν πιο πρόσφατα για να ανταποκριθούν στον αντιμεταναστευτικό αγώνα, ανεπίσημους καταυλισμούς σε δάση ή στη ζώνη της Σαχάρας οι οποίοι τελούν υπό αστυνομική επιτήρηση και εξαρτώνται από την ανθρωπιστική βοήθεια που προέρχεται από τη Δύση, κέντρα υποδοχής μεταναστών και προσφύγων που διεκδικούν κοινωνικό χαρακτήρα προάγοντας την ασφάλεια, νέα κλειστά στρατόπεδα υπό την εποπτεία του στρατού και των ανθρωπιστικών οργανώσεων…

Σήμερα στο Μαρόκο βρίσκουμε νομοθεσίες που αντιγράφουν πιστά τις αντίστοιχες των ευρωπαϊκών χωρών, αστυνομικές επιχειρήσεις που εξοπλίζονται άμεσα από τις χώρες της Δύσης, μια επικοινωνιακή ατζέντα στην οποία κυριαρχεί ο φόβος για επικείμενες εισβολές μεταναστών στο Βορρά της Μεσογείου, μαροκινές και ευρωπαϊκές μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) που λαμβάνοντας εκατομμύρια ευρώ στρατεύονται στην ομαλή εφαρμογή των αντιμεταναστευτικών πολιτικών… Γίνεται σαφές ότι η αυτοκρατορία της απόρριψης συμβαδίζει με ένα καθεστώς κυριαρχίας των χωρών του Βορρά έναντι αυτών του Νότου, στους κόλπους του οποίου μπορούμε να (ξανα)βρούμε την κυβερνητική ξενοφοβία να προηγείται και να προκαλεί την ξενοφοβία που αναπαράγουν τα εθνικιστικά ξενοφοβικά κόμματα ή κινήματα.

Η στρατηγική που επέλεξε η Ευρώπη για να ελέγξει και να διοικήσει τις μεθορίους της περνά μέσα από την εξαγωγή και αναπαραγωγή σε αυτές τις χώρες πολιτικών που εδώ και τριάντα χρόνια στην Ευρώπη καλλιεργούν την ξενοφοβία χαρακτηρίζοντας τον πρόσφυγα σαν πρόβλημα, απειλή ή κίνδυνο: διοικητικό «κλείσιμο» των συνόρων, απόρριψη των αιτήσεων ασύλου, ποινικοποίηση όσων δεν είναι τυπικά νόμιμοι, εγκλεισμοί, επιχειρήσεις «σκούπα», απελάσεις… Οι όμορες χώρες, ακραία ξενοφοβικές, σε επίπεδο τόσο ελίτ όσο και πληθυσμού, μπορούν έτσι να διεκπεραιώσουν με τον καλύτερο τρόπο τις αποστολές που τους αναθέτει η Ευρώπη. Η ενίσχυση της ξενοφοβίας τις καθιστά ένα είδος φράγματος ενάντια στο «τσουνάμι της μετανάστευσης». Πέραν όμως των συγκεκριμένων μέτρων που αφορούν τις μεθορίους, στόχο αποτελεί επίσης η εσωτερίκευση των αντιμεταναστευτικών αρχών από τις χώρες της υποσαχάριας Αφρικής, ώστε να καταστείλουν την ίδια τους την αποδημία. Και αυτό, σαν αναγκαία συνθήκη για την πρόσβαση στα γνωστά οικονομικά πακέτα ανάπτυξης.

Η αυτοκρατορία της απόρριψης συγκροτείται από τη στιγμή που συνδυάζονται αποτελεσματικά η ιδεολογική αυτοκρατορία (που στο εσωτερικό της Ευρώπης προωθείται από την κυβερνητική ξενοφοβία) και η γεω-στρατηγική χρήση της τελευταίας στις μεθορίους της Ευρώπης, ώστε το κλείσιμο των συνόρων να επιτρέψει τις ευρωπαϊκές επεμβάσεις στον υπόλοιπο κόσμο.

Όταν η Ευρώπη κατασκευάζει τα στρατόπεδά της στο Μαγκρέμπ

Χωρίς να χρειάζεται να επιδοθούμε σε μια εξαντλητική παρουσίαση και χωρίς να υποτιμάμε την υλική και συμβολική σημασία του στρατοπέδου συγκέντρωσης που πρόσφατα αποπερατώθηκε με την επιχορήγηση της Ισπανίας κοντά στη Νουαμπαντιμπού, στο βορρά της Μαυριτανίας, η ανάλυση των ευρωπαϊκών πολιτικών που εφαρμόζονται στη Λιβύη, την Αλγερία και το Μαρόκο μάς επιτρέπει να δείξουμε πώς υλοποιείται η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία.

Λιβύη

Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2004 η Λιβύη θα πετύχει τη διεθνή της αποκατάσταση αναλαμβάνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή μάχη ενάντια στους πρόσφυγες[xxii]. Όπως υπενθυμίζει ο ερευνητής Helmut Dietrich, «στις αρχές Οκτωβρίου 2004, ο Buttiglione, ο οποίος είχε υποβάλει υποψηφιότητα για τη θέση του Επιτρόπου και είχε απορριφθεί, επιβεβαίωσε κατά την ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του Στρασβούργου ότι η Ε.Ε. δεν εννοεί να δημιουργήσει ‘‘νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης’’ στη Βόρεια Αφρική, αλλά επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τα ήδη υπάρχοντα στρατόπεδα ‘‘στα οποία οι πρόσφυγες ζουν στις πιο δύσκολες συνθήκες’’»[xxiii]. Τα στρατόπεδα υπάρχουν ήδη στη Λιβύη. Είχαν δημιουργηθεί για τις ανάγκες της καταστολής της «εξέγερσης στο Τσαντ» και μπορούν πολύ εύκολα να μετατραπούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων.

Ακόμα κι αν ο μαύρος χρυσός είναι ένα από τα όπλα που επέτρεψαν στη Λιβύη να ανακτήσει τη διεθνή εύνοια και να προσελκύσει εκ νέου τις ξένες επενδύσεις, η διαχείριση που επιφύλαξε η χώρα αυτή στα «μαύρα εργατικά χέρια» θα μετατραπεί στο βασικό θέμα των σχέσεών της με την Ευρώπη. Η Λιβύη συγκεντρώνει ίσως το μεγαλύτερο πληθυσμό μεταναστών στην περιοχή του Μαγκρέμπ (οι αρχές κάνουν λόγο για ένα εκατομμύριο μετανάστες, αριθμός που αντιστοιχεί στο ένα πέμπτο του συνολικού πληθυσμού). Οι μετανάστες αυτοί αποτελούν ιδιαίτερα φθηνή εργατική δύναμη και απασχολούνται εδώ και δεκαετίες στις φάρμες, τις βιοτεχνίες και τις βιομηχανίες της χώρας. Η Λιβύη θεωρείται μια από τις πιο ρατσιστικές χώρες του Μαγκρέμπ και προβαίνει σε αλλεπάλληλα πογκρόμ ενάντια στους μαύρους πληθυσμούς, όπως αυτά του Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου του 2000 στην Τρίπολη που στοίχισαν τη ζωή πολλών εκατοντάδων προσφύγων.

Η Λιβύη αποδεικνύεται ακόμα πιο ελκυστική για την ξενοφοβική Ευρώπη στο μέτρο που δεν παρουσιάζει εθνική μετανάστευση και κατά συνέπεια μπορεί να διαφυλάξει τα ευρωπαϊκά σύνορα χωρίς να χρειάζεται να προβαίνει σε μέτρα αποτροπής της μετανάστευσης των υπηκόων της. Το πολιτικό της σύστημα, δικτατορικό και πελατειακό, δεν θέτει κανένα τυπικό όριο στην καταστολή των προσφύγων και διαφεύγει με ευχέρεια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η «Ευρώπη των στρατοπέδων» βρίσκει ιδιαίτερα πρόσφορο ένα τέτοιο έδαφος. Η αποστολή που στάλθηκε στην Τρίπολη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη-μέλη από τις 28 Νοεμβρίου μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου του 2004, αφού παρέστη σε μια παρέλαση προς τιμήν των αρχηγών κρατών, εισηγήθηκε με εμπιστευτική της επιστολή την έναρξη έμπρακτης συνεργασίας και πολιτικού διαλόγου με τη Λιβύη με θέμα τη μάχη ενάντια στη μετανάστευση[xxiv]. Ωστόσο, οι απεσταλμένοι της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που στάλθηκαν στη Λιβύη (για πρώτη φορά μεταξύ 17 και 20 Απριλίου 2005[xxv] και ακολούθως μεταξύ 4 και 7 Δεκεμβρίου 2005[xxvi]) δεν θα καταφέρουν να επισκεφθούν τα συγκεκριμένα στρατόπεδα, με εξαίρεση ένα ή δύο που τους παρουσίασαν φιλότιμα οι τοπικές αρχές. Παρότι οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων αρχίζουν να δημοσιοποιούν τις επιφυλάξεις τους[xxvii], η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι εθνικές κυβερνήσεις προτιμούν να κωφεύσουν και επιταχύνουν τη συνεργασία τους με τη Λιβύη[xxviii]. Πολλά «κλειστά κέντρα μεταναστών» τελούν σήμερα υπό κατασκευή με τη βοήθεια της Ιταλίας, ένα βρίσκεται στην Γκαριάν κοντά στην Τρίπολη και ένα άλλο στη Σέμπχα[xxix], που προστίθενται στις δεκάδες άλλων στρατοπέδων που υπάρχουν ήδη τόσο στο βορρά όσο και στο νότο της χώρας.

Ταυτόχρονα, υπογράφηκαν και ειδικές συμφωνίες απέλασης που επιτρέπουν την απέλαση των προσφύγων προς τη Λιβύη. Όπως σημειώνεται στη συμφωνία Λονδίνου και Τρίπολης της 18ης Οκτωβρίου 2005, τα στρατόπεδα στη Λιβύη είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για την Ευρώπη[xxx]. Την ίδια όμως στιγμή, ακόμα και υπό το κυνικό πρίσμα της realpolitik, η στάση της Λιβύης είναι διφορούμενη. Η κυβέρνηση της χώρας συνειδητοποίησε ότι διαθέτει έναν μοχλό πίεσης απέναντι στην Ευρώπη χρησιμοποιώντας το «μεταναστευτικό όπλο» της σαν διαπραγματευτικό μέσο. Αν από τη μια προτείνει την κατασταλτική της αγριότητα σαν εχέγγυο αποτελεσματικότητας, από την άλλη προτιμά να επιτρέπει τη διέλευση επαρκούς αριθμού μεταναστών προκειμένου να μη χάσει το βασικό διαπραγματευτικό της χαρτί. Οι συνέπειες αυτής της διφορούμενης στάσης οδήγησαν στο διπλωματικό όσο και μακάβριο χορό του καλοκαιριού του 2004, όταν οι διαδοχικές αναχωρήσεις μεταναστών με σχεδίες έδιναν τον τόνο στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ιταλία, την Ε.Ε. και τη Λιβύη.

Οι συνέπειες αντανακλώνται επίσης στα στρατόπεδα στο νότο της Λιβύης, τα οποία είναι τα χειρότερα που μπορούμε να βρούμε στην περιοχή του Μαγκρέμπ και έχουν δημιουργηθεί δίπλα σε διάπλατα ανοιχτά περάσματα που οδηγούν στις βιοτεχνίες της Τρίπολης και των παραλίων της Μεσογείου. Οι συνέπειες αντανακλώνται ακόμα και στο ειδεχθές αυτό κυνήγι κεφαλών με το μαχαίρι ή το τσεκούρι στην έρημο του νότου της Λιβύης από το οποίο γλίτωσε ο Jean-Paul Dzokou-Newo[xxxi], προτού καταλήξει να εργάζεται σε αγροκτήματα και βιοτεχνίες στα περίχωρα της Τρίπολης.

Αλγερία

Η κατάσταση των μεταναστών στην Αλγερία καθορίζεται κατά κύριο λόγο από τη μακρά ιστορία ανάμεσα στη Γαλλία και την Αλγερία. Η αστυνομική συνεργασία είναι εντατική στην περιοχή και εστιάζει ιδιαίτερα στο ζήτημα της μετανάστευσης, όπως αναδεικνύεται από τη σύναψη της σχετικής συμφωνίας τον Οκτώβριο του 2003 (Σύμφωνο συνεργασίας για την ασφάλεια και τον αγώνα ενάντια στο οργανωμένο έγκλημα, 25/10/2003)[xxxii]. Η συμφωνία αυτή στηρίζεται σε αρχές αμοιβαίας παραχώρησης ανάμεσα σε ισότιμους εταίρους. Οι Γάλλοι διδάσκουν στους Αλγερινούς πώς να μάχονται ενάντια στη μετανάστευση, οι δε Αλγερινοί μαθαίνουν στους Γάλλους πώς να μάχονται ενάντια στην τρομοκρατία![xxxiii]

Αποστολές ειδικών[xxxiv], κοινά σεμινάρια (Ταμαρασέτ, Οκτώβριος 2003) και επιμορφωτικές ημερίδες (στρατόπεδα της Μαγκχνία, Οκτώβριος 2004)[xxxv] επιτρέπουν τη στενή και διακριτική συνεργασία. Η αλγερινή αστυνομία κερδίζει από αυτή τη συνεργασία υλικό επιτήρησης των συνόρων (ραντάρ, ελικόπτερα, ταχύπλοα αναγνώρισης και περιπολίας). Στις 11 Μαΐου 2005 ο Michel Gaudin, γενικός αστυνομικός διοικητής της Γαλλίας, και ο Ali Tounsi, γενικός διοικητής της αλγερινής Ασφάλειας, υπογράφουν συμφωνία που αφορά στους «τομείς του αγώνα ενάντια στην τρομοκρατία, το οργανωμένο έγκλημα, το εμπόριο ναρκωτικών ουσιών, το εμπόριο αυτοκινήτων και τη λαθραία μετανάστευση».

Η συνεργασία αυτή εξελίσσεται παράλληλα με μια άλλη, αυτή της αναπτυξιακής βοήθειας, που καθιστά την Αλγερία έναν από τους προνομιούχους εταίρους της Γαλλίας στο Μαγκρέμπ. Σε αυτό το επίπεδο οι οικονομικές παρεμβάσεις, υπό τη μορφή δανείων και επιχορηγήσεων, προέρχονται ουσιαστικά από το Γαλλικό Οργανισμό Ανάπτυξης (ΓΟΑ), ανέρχονται σε δισεκατομμύρια ευρώ και προορίζονται για πολιτικές που αφορούν το νερό, την κατοικία, τις δημόσιες μεταφορές και την τραπεζική ασφάλεια και προστασία. Αυτές οι βοήθειες του ΓΟΑ ενισχύθηκαν θεαματικά κατά την περίοδο 1999-2004. Επίσημα δεν υπάρχει άμεση συνάφεια ανάμεσα στην παροχή αναπτυξιακής βοήθειας και τις μεταναστευτικές πολιτικές. Παρ’όλα αυτά, οι εμπλεκόμενοι εταίροι δεν μπορούν να συνεργάζονται αγνοώντας ο ένας τα συμφέροντα του άλλου. Η φοβία έναντι των προσφύγων που αναπτύχθηκε στη Γαλλία, όπως και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, δεν διαφεύγει της προσοχής των αλγερινών αρχών. Ο δημοσιογράφος Akram Belkaïd σε πρόσφατο βιβλίο του[xxxvi] μεταφέρει με τον ακόλουθο τρόπο τις δηλώσεις ενός αλγερινού υψηλού αξιωματούχου: «Πρόκειται για ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί στις σχέσεις μας με την Ε.Ε. Τα περιθώρια κινήσεών μας θα αυξάνονται όσο μας ζητούν να ελέγχουμε τα κύματα λαθρο-μεταναστών».

Επίσημα, η Αλγερία αρνείται την ευρωπαϊκή πολιτική των στρατοπέδων, αλλά, κάτω από πιέσεις, διαπραγματεύεται τα πλεονεκτήματα που μπορεί να κερδίσει από αυτήν και προσφέρει συστηματικά εγγυήσεις καλής θέλησης: τακτικές επιχειρήσεις «σκούπα» που αποφασίζονται στο Αλγέρι. Η αλγερινή αστυνομία γνωρίζει καλά τους «Βράχους» όπου καταλύουν οι πρόσφυγες τις παγερές νύκτες, συχνά για μακρά χρονικά διαστήματα, και «κάνει τα στραβά μάτια» όταν αυτοί κατευθύνονται προς αναζήτηση εργασίας στην πόλη Ταμανρασέτ. Μέχρι που μια αιφνίδια εντολή από το Αλγέρι την κάνει να προχωρά σε μαζικές επιχειρήσεις συλλήψεων και απελάσεων προς τη Νιγηρία. Αυτές οι αστυνομικές επιχειρήσεις συνοδεύονται πάγια από την κλασική προπαγάνδα[xxxvii]. Όσο πιο μεγάλος είναι ο αριθμός όσων απελαύνονται στο μέτωπο της Σαχάρας, τόσο ενισχύεται η διεθνής αξιοπιστία της χώρας στο πλαίσιο του αγώνα ενάντια στη μετανάστευση[xxxviii]. Όσο για την αλγερινή αστυνομία, παρά τις επίσημες διαψεύσεις της, δείχνει υπερβάλλοντα ζήλο κατά τη διάρκεια τέτοιων επιχειρήσεων, όπως στην περίπτωση του Δεκεμβρίου του 2005, όταν «556 υποσαχάριοι» (από το Μαλί, την Μπουρκίνα Φάσο, το Μπενάν…) μεταφέρθηκαν με περισσή βία από το στρατόπεδο της Μάγκχνια (στα δυτικά της χώρας) στο «κέντρο υποδοχής» της Αντράρ (1.541 χιλιόμετρα στο νότο της Αλγερίας)[xxxix].

Το γεγονός ότι η Αλγερία αρνείται επίσημα την υιοθέτηση της ευρωπαϊκής πολιτικής των εξωτερικών στρατοπέδων δεν σημαίνει ότι δεν διαθέτει πλήθος τέτοιων στρατοπέδων στην επικράτειά της. Η μόνη διαφορά είναι ότι είναι ανεπίσημα, όπως αυτό που βρίσκεται κοντά στην πόλη Μαγκχνία, πλησίον των συνόρων με το Μαρόκο και τριάντα περίπου χιλιόμετρα από τις μαροκινές πόλεις Ούζντα και Μπέρκανε. Η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου στρατοπέδου είναι ότι η κατασκευή των καταλυμάτων έχει αφεθεί στην «πρωτοβουλία» των προσφύγων… Αν από μακριά τα καταλύματα φαίνεται να έχουν το μέγεθος και το σχήμα τροχόσπιτων, πλησιάζοντας κανείς αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για κατασκευές από πλαστικές σακούλες και χαρτόνια… Κάτι τέτοιο καθίσταται δυνατό επειδή ακριβώς η αλγερινή αστυνομία δεν αναλαμβάνει ούτε την εκκένωση ούτε την αποκομιδή των απορριμμάτων με τα οποία είναι γεμάτη η περιοχή. Αυτή η συγκαταβατικότητα των αλγερινών αρχών εξηγείται επίσης από το γεγονός ότι το στρατόπεδο πλησίον της Μαγκχνία αποτελεί για όλους τους πρόσφυγες που έρχονται από την πρωτεύουσα ή το νότο το τελευταίο στάδιο προτού εγκαταλείψουν την επικράτεια.

Όπως και τα «Βράχια» της Ταμανρασέτ, το στρατόπεδο πλησίον της Μαγκχνία είναι ένα ανεπίσημο στρατόπεδο, μια ζώνη συνάθροισης την οποία οι πρόσφυγες είναι αδύνατον να εγκαταλείψουν, εξαιτίας των αυστηρότατων αστυνομικών μέτρων ελέγχου του. Την ίδια όμως στιγμή, η απόσταση που το χωρίζει από την πόλη καθιστά αρκετά «διακριτική» την παρουσία σε αυτό τόσο των προσωρινών προσφύγων όσο κι αυτών που διαμένουν για πολλά χρόνια υπό ειδεχθείς συνθήκες διαβίωσης[xl].

Μαρόκο

Παραδόξως, ο διεθνής Τύπος και οι ανθρωπιστικές οργανώσεις έχουν καλύψει πολύ περισσότερο το μαροκινό «πεδίο μάχης» απ’ό,τι τα αντίστοιχα σε Αλγερία και Λιβύη: 14 νεκροί από σφαίρες μόνο για το φθινόπωρο του 2005, τραβούν περισσότερο τα βλέμματα απ’ό,τι οι δεκάδες χιλιάδες των εξαφανισμένων στη Σαχάρα και τη Μεσόγειο που δεν αφήνουν κανένα ίχνος πίσω τους ή οι δεκάδες νεκροί που έπεσαν θύματα της σφαγής στην πλατεία Μουσταφά Μαχμούντ στο Κάιρο το Δεκέμβριο του 2005[xli]. Ένα άλλο παράδοξο είναι ότι το Μαρόκο τραβά την προσοχή λιγότερο για τους κινδύνους απ’ό,τι για τις ευκαιρίες που προσφέρουν η μαροκινή κοινωνία και ο κρατικός μηχανισμός που βρίσκονται σε διαδικασία εκδημοκρατισμού και πολιτικής φιλελευθεροποίησης. Αν τα άρθρα στον Τύπο[xlii], οι ερευνητικές αποστολές, τα προγράμματα των ΜΚΟ[xliii], οι ανθρωπιστικές μαρτυρίες[xliv], τα πανεπιστημιακά συνέδρια[xlv] και οι πολιτικές διαλέξεις[xlvi] αναφορικά με το ζήτημα της μετανάστευσης είναι σήμερα τόσο πολλά στο Μαρόκο, είναι καταρχήν γιατί η δυνατότητα πρόσβασης στη χώρα και η ελευθερία διακίνησης και έκφρασης είναι ασύγκριτα περισσότερες απ’ό,τι στις άλλες χώρες της περιοχής του Μαγκρέμπ, τόσο για τους δημοσιογράφους όσο και για τους πανεπιστημιακούς και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις. Αν και είναι βέβαιο ότι η ξενοφοβία αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς υπό την πίεση των ευρωπαϊκών πολιτικών, όταν μια εφημερίδα χαρακτηρίζει τους αφρικανούς πρόσφυγες «μαύρη ακρίδα», μια άλλη θα απαντήσει καταγγέλλοντάς την και κάποιοι δικαστές θα αναλάβουν στη συνέχεια την επιβολή κυρώσεων[xlvii]. Κάτι τέτοιο είναι πρακτικά αδύνατο να συμβεί στη Λιβύη, την Αλγερία, την Τυνησία και τη Μαυριτανία. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του Μαρόκου σε σύγκριση με τις γειτονικές του χώρες είναι ότι πρόβαλε την πιο ισχυρή και διαρκή αντίσταση στις ευρωπαϊκές πιέσεις, παρά την εξάρτησή του από τις αναπτυξιακές επιχορηγήσεις που λαμβάνει από την Ευρώπη.

Η βοήθεια που λαμβάνει το Μαρόκο προέρχεται κατά κύριο λόγο από την Ε.Ε. Το 2003 ανήλθε στο 50% της συνολικής εξωτερικής βοήθειας. Η Ισπανία είναι βασική χρηματοδότρια χώρα της ανάπτυξης του Μαρόκου, ακόμα κι αν ο ρόλος της είναι περισσότερο πολιτικός παρά οικονομικός, στο μέτρο που πρωτοστατεί στην εγκαθίδρυση σχέσεων ανάμεσα στην ευρωπαϊκή πολιτική και την εν λόγω χώρα. Κατά τα πέντε τελευταία χρόνια η οικονομική βοήθεια επικεντρώθηκε στην κάλυψη των βασικών αναγκών του πληθυσμού και ειδικότερα στη βελτίωση των όρων πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας βρεφών και νηπίων, στην τροφοδοσία σε πόσιμο νερό και σε όρους υγιεινής αλλά και στη βελτίωση των υποδομών εκπαίδευσης, επικοινωνίας και ανάπτυξης των επιχειρήσεων.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90, οι επιχορηγήσεις αυτές στόχευαν επίσημα στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Μαροκινών. Με αφετηρία όμως τα έτη 2001-02, παρατηρείται διαφοροποίηση του στόχου αυτού. Τα ισπανικά επίσημα έγραφα συναρτούν ξεκάθαρα την παροχή αυτής της βοήθειας με τους αντιμεταναστευτικούς στόχους που έχει θέσει η Ευρώπη[xlviii]. Μια τέτοια αλλαγή πλεύσης σχετίζεται με τους νέους προσανατολισμούς των ευρωπαϊκών πολιτικών. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 το Μαρόκο υποδεικνύεται ως η μία από τις γειτονικές στην Ευρώπη χώρες που καλείται να δώσει προτεραιότητα στη δράση ενάντια στους πρόσφυγες.

Η ομάδα «Groupe de Haut-Niveau Asile-Migration» [Ύπατη ομάδα Ασύλου-Μετανάστευσης] που συγκροτήθηκε στη βάση του Προγράμματος της Βιέννης[xlix] υπό την ευρωπαϊκή προεδρία της Ολλανδίας, εκπονεί ένα πρώτο σχέδιο με στόχο να πείσει το Μαρόκο να αποδεχθεί την εφαρμογή διμερών συμφωνιών επανυποδοχής προσφύγων, να υπογράψει νέες συμφωνίες τέτοιου τύπου και να επιβάλει τη νόρμα της βίζας σε όσους κατάγονται από τη Σενεγάλη, το Μαλί, το Κονγκό, την Ακτή του Ελεφαντοστού, τη Γουινέα και τη Νιγηρία. Η ευρωπαϊκή προσέγγιση θεμελιώνεται σχεδόν αποκλειστικά στο δόγμα της ασφάλειας, χωρίς να προβλέπει αντισταθμιστικές ρήτρες είτε αναφορικά με την αναπτυξιακή βοήθεια είτε με την ενσωμάτωση ατόμων με μαροκινή καταγωγή που έχουν ήδη εγκατασταθεί στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Τα τρία εκατομμύρια ευρώ που η Επιτροπή πρότεινε να συμπεριληφθούν στο κεφάλαιο «μετανάστευση» της MEDA (το οικονομικό όργανο της Ευρω-μεσογειακής Σύμπραξης και Συνεργασίας) απέχουν πολύ από το να μπορούν να ρυθμίσουν αυτό που μοιάζει να είναι όχι μόνο μια έντονη ανισορροπία συμφερόντων αλλά και ένας εξευτελισμός του Μαρόκου και όσων κατάγονται από αυτό και ζουν κατά εκατομμύρια στην Ευρώπη.

Η απόρριψη αυτού του προγράμματος ασφάλειας από το Μαρόκο συντελέσθηκε σε δύο χρόνους. Αρχικά τον Οκτώβριο του 2000, κατά τη διάρκεια της πρώτης συνάντησης του Συμβουλίου για τη Σύμπραξη ανάμεσα στο Μαρόκο και την Ε.Ε. και, ακολούθως, τον Ιούνιο του 2001, κατά τη διάρκεια συνάντησης ανάμεσα στο βασιλιά του Μαρόκου και τον ευρωπαίο επίτροπο αρμόδιο για τις Εξωτερικές Υποθέσεις. Αυτή η διπλωματική κρίση, που επηρέασε τις σχέσεις του Μαρόκου τόσο με την Ευρώπη όσο και –κυρίως– με την Ισπανία, επιδεινώθηκε κατά τους επόμενους μήνες, επεκτάθηκε σε άλλα ζητήματα και έφτασε στο απόγειό της τον Ιούλιο του 2002 με τη μαροκινή επιχείρηση κατοχής της βραχονησίδας Περεζίλ. Η Ισπανία απάντησε βίαια αποστέλλοντας το στρατό της και ανακαλώντας τον πρέσβη της από τη Ραμπά. Οι σχέσεις μεταξύ των δυο χωρών πάγωσαν κατά τους δεκαπέντε μήνες που ακολούθησαν και παρέμειναν τεταμένες μέχρι το Δεκέμβριο του 2003, όταν η Σύνοδος Κορυφής του Μαρακές, που εκκρεμούσε για ενάμιση χρόνο, επέτρεψε τελικά την υπογραφή των Συμφώνων περί μετανάστευσης.

Κατά τη διπλωματική αυτή κρίση –που αποδείχτηκε ιδιαίτερα παρατεταμένη, αφού διήρκεσε σχεδόν τρία χρόνια– το Μαρόκο δεν έπαψε να συμμετάσχει σε πρωτοβουλίες διαλόγου και συνεργασίας τόσο με την Ευρώπη όσο και με την Ισπανία. Όπως το δείχνει πολύ καλά ο A. Belguendouz[l], οι συζητήσεις σε ό,τι ειδικότερα αφορά το πλαίσιο ευρω-μεσογειακής συνεργασίας για ζητήματα μετανάστευσης συνεχίστηκαν. Οι επιχορηγήσεις που προτείνονται εκ νέου από τη MEDA, και ανέρχονται αυτή τη φορά σε εκατοντάδες εκατομμυρίων ευρώ, επιτρέπουν στους Ευρωπαίους να επαναφέρουν στο τραπέζι του διαλόγου τους εταίρους τους. Στο πλαίσιο αυτό, το Μάρτιο του 2002 το Μαρόκο δέχθηκε παρά τη διπλωματική κρίση να υπογράψει με την Ε.Ε. Σύμφωνο για τα δύο επόμενα έτη το οποίο περιλάμβανε υψηλές επιχορηγήσεις σε ό,τι αφορά πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων η «διακίνηση προσώπων» και ο «έλεγχος των συνόρων». Το εν λόγω Σύμφωνο συνοδεύτηκε από επιχορηγήσεις της τάξης των 115 εκατομμυρίων ευρώ, ποσό ιδιαίτερα αυξημένο σε σύγκριση τόσο με αυτά που λαμβάνει συστηματικά το Μαρόκο όσο και με τα τρία εκατομμύρια ευρώ που είχαν αρχικά προταθεί. Τον Ιούνιο του 2003 το Μαρόκο αναπροσαρμόζει τη θέση του έναντι των ευρωπαϊκών πολιτικών με την υιοθέτηση από το μαροκινό Κοινοβούλιο, στις 26 Ιουνίου 2003, του υπ’ αριθμόν 02-03 νόμου για την είσοδο και την παραμονή αλλοδαπών στην επικράτειά του. Ο νόμος αυτός αντλεί την έμπνευσή του από ένα γαλλικό Διάταγμα της 2ας Νοεμβρίου 1945, προβλέπει ουσιαστικά την κατασταλτική αντιμετώπιση της μετανάστευσης και προάγει τη δημιουργία «ζωνών αναμονής» και «κέντρων κράτησης». Αυτός ο ευρωπαϊκής έμπνευσης νόμος υιοθετήθηκε κατά την περίοδο που το Μαρόκο βρισκόταν σε ανοιχτή διπλωματική κρίση με την Ισπανία και την Ε.Ε. εξαιτίας διαφωνιών πάνω στις συγκεκριμένες θεματικές –και υπό αυτή την έννοια δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ύποπτο για συνεργία με τους ευρωπαίους σε ζητήματα ασφάλειας… Ο προσανατολισμός της μαροκινής πολιτικής πήρε νέα τροπή από τη στιγμή που έπαψε η συγκεκριμένη διπλωματική κρίση. Όσο για την τελευταία, θα χρησιμοποιηθεί σαν επικάλυμμα μιας εσωτερικής πολιτικής…

Από το Νοέμβριο του 2003 το Μαρόκο οργάνωσε πλήθος επιχειρήσεων «επαναπατρισμού» οι οποίες αφορούσαν περίπου 2.000 άτομα. Οι επιχειρήσεις αυτές χαρακτηρίστηκαν «μείζονος σημασίας επιτυχίες» και έτυχαν των θερμών συγχαρητηρίων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η πολιτική που υιοθετήθηκε από το 2004 από το νέο τότε ισπανό πρωθυπουργό Θαπατέρο κινήθηκε ακριβώς στην κατεύθυνση της εξομάλυνσης των ισπανο-μαροκινών σχέσεων –εξομάλυνση που είχε ήδη επέλθει πριν από την εκλογή του. Η επίσκεψη του Θαπατέρο τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου, που συνοδεύτηκε από έντονη διπλωματική δραστηριότητα ανάμεσα στους δυο υπουργούς Εξωτερικών, ολοκλήρωσε τη διαδικασία εξομάλυνσης των εντάσεων μεταξύ των δυο χωρών. Μάλιστα η εξομάλυνση αυτή επισφραγίστηκε με αλλεπάλληλες αστυνομικές επιτυχίες πάταξης της υποσαχάριας λαθρο-μετανάστευσης… Μια «δίκαιη συνδιαλλαγή» αρχίζει να εφαρμόζεται: από τη μια ακραία καταστολή των υποσαχάριων στο Μαρόκο, από την άλλη αυξημένη αναπτυξιακή βοήθεια[li] και νομιμοποιήσεις[lii] των κατά κύριο λόγο μαροκινής καταγωγής «χωρίς χαρτιά» στην Ισπανία. Το Δεκέμβριο του 2004 επικυρώθηκε και η συνεργασία ανάμεσα στη βασιλική χωροφυλακή του Μαρόκου και την Guardia Civile του Γιβραλτάρ. Πρόκειται για το πρώτο βήμα στην ανάπτυξη κοινών περιπόλων στα Στενά, την αστυνομική αυτή συνεργασία που αναπτύσσεται στο Βορρά του Μαρόκου και στις Κανάριες Νήσους. Στις 18 Ιανουαρίου 2005 ο βασιλιάς της Ισπανίας ευχαριστεί με κάθε επισημότητα το Μαρόκο για τη συνεργασία του στον αγώνα ενάντια στην παράνομη μετανάστευση. Το Φεβρουάριο, το Μαρόκο και η Διεθνής Οργάνωση Μεταναστεύσεων (ΔΟΜ) συνυπογράφουν συμφωνία που επιτρέπει στη συγκεκριμένη αστυνομική οργάνωση να εγκαταστήσει αντιπροσωπεία της στο Μαρόκο. Η συμφωνία έχει στόχο να «συνεισφέρει στην αποτελεσματική διαχείριση των μεταναστευτικών υποθέσεων στο Βασίλειο του Μαρόκου». Με αυτό τον τρόπο, μετά από την άσκηση ισχυρών πιέσεων και την παροχή σημαντικής οικονομικής βοήθειας, το Μαρόκο κατέληξε να στρατολογηθεί στην ευρωπαϊκή πολιτική καταστολής των προσφύγων.

Αυτή η σταδιακή στρατολόγηση μεταφράζεται πρακτικά στην εμφάνιση ανεπίσημων στρατοπέδων προσφύγων, τα οποία φυλάσσονται από κατασταλτικούς μηχανισμούς, ιδιαίτερα στα δάση της Γκουρουγκού απέναντι από τον ισπανικό θύλακο της Μελίγια και το δάσος της Μπελ Γιουν απέναντι από τον ισπανικό θύλακο της Σεύτα. Από το 2003 η Cimade (γαλλική ΜΚΟ στήριξης προσφύγων) έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την εμφάνιση αυτών των στρατοπέδων σε δασικές εκτάσεις. Τον Οκτώβριο του 2004 η Cimade πραγματοποίησε την πρώτη διεθνή κατάθεση μαρτυριών για τις απάνθρωπες συνθήκες στις οποίες διαμένουν οι πρόσφυγες δίπλα στα ισπανικά σύνορα[liii]. Η πραγματικότητα όμως αυτή δεν θα εμφανιστεί στα μάτια του ευρέος κοινού παρά με τους νεκρούς του φθινοπώρου του 2005 μπροστά στους δυο αυτούς ισπανικούς θυλάκους της Θέουτα και της Μελίγια: Η κρίση –που τα ΜΜΕ καλύπτουν μόλις από τις 28 Σεπτεμβρίου 2005– δεν είναι στην πραγματικότητα παρά η φάση παροξυσμού μιας εκστρατείας ασφάλειας που έχουν αναλάβει από κοινού η Ε.Ε., η Ισπανία και το Μαρόκο και η οποία κυοφορείται κατά τη διάρκεια πολλών ετών, επιταχύνεται στις αρχές του 2005 και ενισχύεται κατά τους έξι τελευταίους μήνες του 2006 πριν τις δολοφονίες του Αυγούστου. Πολύ πριν τα πρωτοσέλιδα στο διεθνή Τύπο, η βία από τη μεριά της μαροκινής αστυνομίας άγγιξε τέτοια επίπεδα, ώστε η ανθρωπιστική οργάνωση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα θεώρησε ότι έπρεπε να εγκαταλείψει την εχεμύθεια που τη διακρίνει (και χάρη στην οποία μπορούσε να παρέμβει στο Μαρόκο) για να καταθέσει τη μαρτυρία της σχετικά με ένα ιστορικό ολίσθημα, του οποίου τα ίχνη καταγράφονται κάθε μέρα ολοένα και περισσότερο στα σώματα των προσφύγων που οι γιατροί της συγκεκριμένης ΜΚΟ προσπαθούν να περιθάλψουν[liv].

Η ανάλυση της φάσης που καλύφθηκε δημοσιογραφικά αυτής της αστυνομικής/ανθρωπιστικής κρίσης, κατά το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2005, αναδεικνύει τόσο τη διαρκή αλληλοεπίδραση των πολιτικών εξουσιών της Ισπανίας και του Μαρόκου όσο και την άμεση σχέση τους με τις αστυνομικές βιαιοπραγίες: Στις 10 Σεπτέμβρη 2005 η ανακοίνωση της κοινής θέσης Γαλλίας-Ισπανίας-Μαρόκου ενόψει της Ευρω-μεσογειακής Συνόδου της Βαρκελώνης, που προβλεπόταν για το Νοέμβριο του 2005, συνοδεύτηκε από φήμες που κυκλοφόρησαν μεταξύ των προσφύγων σχετικά με το ενδεχόμενο να υπερυψωθούν και να διπλασιαστούν οι φράχτες στη Θέουτα και τη Μελίγια καθώς και σχετικά με τη διάνοιξη τάφρου μπροστά από τους φράχτες αυτούς. Οι πληροφορίες αυτές, που στη συνέχεια αποδείχθηκαν βάσιμες, αύξησαν τους φόβους ότι το πέρασμα θα είναι πλέον αδύνατο και ήρθαν να προστεθούν στα συμφραζόμενα της γενικευμένης καταστολής, που ώθησαν τους πρόσφυγες να επιχειρήσουν τη διέλευση από του φράκτες όσο αυτή ήταν ακόμη δυνατή, την οποία κινηματογράφησαν και πρόβαλαν ευρέως οι δυτικές τηλεοράσεις και η αστυνομία. Ταυτόχρονα, η αστυνομική πίεση επί των προσφύγων, τόσο στα περίχωρα της Ραμπάτ όσο και στα στρατόπεδα των δασικών περιοχών, έφτασε σε άνευ προηγουμένου επίπεδα, γεγονός που ενίσχυσε τη συχνότητα αποπειρών περάσματος. Μια εκτεταμένη αστυνομική επιχείρηση «σκούπα» στις λαϊκές γειτονιές της Ραμπάτ και της Καζαμπλάνκα στις 27 Σεπτεμβρίου έσπειρε τον πανικό μεταξύ των προσφύγων. Στις 28 Σεπτεμβρίου, με την έναρξη της ισπανο-μαροκινής Συνόδου με αντικείμενο τις μεταναστευτικές πολιτικές, οι συντονισμένες απόπειρες περάσματος από τη Θέουτα και τη Μελίγια συνοδεύονται από μια άνευ προηγουμένου καταστολή από μέρους των μαροκινών αστυνομικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα έξι νεκρούς. Η ημερομηνία αυτή σηματοδοτεί επίσης την έναρξη των απελάσεων εκατοντάδων προσφύγων προς τις γειτονικές χώρες. Η εν λόγω εκστρατεία διήρκεσε μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου. Οι μαροκινές Εφεδρικές Δυνάμεις εγκαταστάθηκαν κάποιες δεκάδες μέτρα από το δάσος της Γκουρουγκού. Κατά τη διάρκεια της παροξυστικής φάσης της κρίσης οι ισπανικές αρχές υποδαύλισαν το ήδη τεταμένο κλίμα με επαναλαμβανόμενες ανακοινώσεις για υπερύψωση των φραχτών γύρω από τη Θέουτα και τη Μελίγια καθώς και με μαζικές απελάσεις υποσαχάριων προσφύγων με κατεύθυνση το Μαρόκο. Όπως το δείχνει το σύνολο των μαρτυριών και των αναλύσεων που δημοσιεύτηκαν από το δίκτυο Migreurop στο βιβλίο του «Μαύρη Βίβλος της Θέουτα και Μελίγια»[lv], οι νεκροί του φθινοπώρου του 2005 μπροστά στους ισπανικούς θυλάκους δεν αντικατοπτρίζουν ένα απλό ολίσθημα: είναι αποτέλεσμα καταρχήν των δημόσιων πολιτικών που ασκεί η Ε.Ε. εδώ και πολλά χρόνια και κατά δεύτερον των μαροκινών υπευθύνων, που προσηλυτίστηκαν στην κατασταλτική λογική που επέβαλε η Ευρώπη.

Στα τέλη του 2006, σε αντίθεση με τα δεδομένα του 2004 και του 2005, η γεωγραφική κατανομή της εγκατάστασης των προσφύγων στην ανατολική περιοχή του Μαρόκου έχει αλλάξει σημαντικά[lvi]. Η κρίση του Οκτωβρίου του 2005 έκανε ευρέως γνωστά τα στρατόπεδα της Γκουρουγκού και της Μπελ Γιουν. Το πρώτο εκκενώθηκε από τη μαροκινή αστυνομία, η οποία εγκατέστησε ένα μόνιμο φυλάκιο και ενεργεί τακτικές περιπολίες στο δάσος προκειμένου να προλάβει τυχόν επανεγκατάσταση προσφύγων. Η ίδια «λύση», εμπνευσμένη από τη μέθοδο που εφάρμοσε ο τότε Γάλλος υπουργός Εσωτερικών Ν. Σαρκοζί στη Σανγκάτη, υιοθετήθηκε και για το στρατόπεδο της Μπελ Γιουν. Και, όπως ακριβώς και μετά το κλείσιμο του στρατοπέδου της Σανγκάτης στη Γαλλία, οι πρόσφυγες βρίσκονται πλέον διασκορπισμένοι στις γειτονικές περιοχές, δηλαδή στην περιοχή του Ναντόρ και του Μπερκάν πλησίον της Μελίγια και στο λόφο που υψώνεται πάνω από το δάσος της Μπελ Γιουν πλησίον της Θέουτα. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στα προάστια της παραμεθόριας πόλης Ούτζα, όπου το ομώνυμο στρατόπεδο φιλοξενείται στο πανεπιστημιακό κάμπους, αλλά οι πρόσφυγες βρίσκονται διασκορπισμένοι στα περίχωρα της πόλης (σε δάση και σπηλιές) καθώς και στα λαϊκά προάστια της Ούτζα (στη γειτονιά Βιετνάμ). Αυτή η διασπορά καθιστά ακόμα πιο δύσκολες τις δράσεις ανθρωπιστικής αλληλεγγύης (παροχή φαγώσιμων, κλινοσκεπασμάτων, ιατρικής περίθαλψης…) που προορίζονται για τους συγκεκριμένους πληθυσμούς.

Σ’ αυτό το στάδιο εφαρμογής των ευρωπαϊκών πολιτικών εξωτερικών στρατοπέδων στο Μαγκρέμπ μπορούμε να διακρίνουμε δυο πλευρές:

1) Μια ιταλο-λιβυκή και ισπανο-μαυριτανική: αυτή των κλειστών και στρατιωτικοποιημένων στρατοπέδων συγκέντρωσης προς τα οποία οδηγούνται οι πρόσφυγες οι οποίοι συλλαμβάνονται τόσο στις χώρες του Μαγκρέμπ όπου βρίσκονται τα στρατόπεδα αυτά όσο και στις ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες έχουν συνυπογράψει συμφωνίες απέλασης προς τη Λιβύη και τη Μαυριτανία

2) μια γαλλο-αλγερινή και ισπανο-μαροκινή: αυτή των ανεπίσημων στρατοπέδων, που εκκενώνονται ολοένα και περισσότερο λόγω της διασποράς των προσφύγων σε κοντινές ορεινές ζώνες και λαϊκά προάστια, σε χώρες με σύνορα κλειστά και φυλασσόμενα από τον ευρωπαϊκό στόλο και που σε γενικές γραμμές επιτελούν τις κατασταλτικές και ανθρωπιστικές λειτουργίες των στρατοπέδων που «παραγγέλνει» η Ευρώπη. Και στις δυο περιπτώσεις, οι χώρες του Μαγκρέμπ τείνουν να ανταποκριθούν, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής, στο ρόλο μιας «χώρας-στρατοπέδου» που επιφορτίζεται με τον έλεγχο και τη φύλαξη των νότιων συνόρων της Ευρώπης.

Σημειώσεις


[i] Βλέπε Michel Agier, Au bord du monde, les réfugiés, Flammarion, Paris, 2002, σελ. 187, και Stephen Castles, Heaven Crawley, Sean Loughina, States of Conflict: Causes and patterns of forced migration to the EU and policy responses, Institute for Public Policy Research, London, 2003. Haut Commissariat des Nations Unies pour les Réfugiés (HCR) [Ύπατη Αρμοστεία Προσφύγων των Ηνωμένων Εθνών], Les réfugiés dans le monde – Cinquante ans d’action humanitaire, Editions Autrement / HCR, Paris, 2000.

[ii] Βλέπε επίσης, André Guichaoua (επιμ.), Exilés, réfugiés, déplacées en Afrique centrale et orientale, Karthala, Paris, 2004, σελ. 1066.

[iii] HCR, Les réfugiés dans le monde.., ό.π., σελ.125.

[iv] Κατά την περίοδο αυτή, ο αριθμός των ατόμων που εισήλθαν στη Γαλλία και αναγνωρίστηκαν ως πρόσφυγες ανέρχεται σε 238000, ενώ ο αριθμός των ατόμων που διαγράφηκαν από τις σχετικές λίστες (για λόγους θανάτου, αναχώρησης ή άρσης της ιδιότητας…) ανέρχεται σε 192.000 και αντιστοιχεί στο 80,67% των εισόδων. Βλέπε Luc Legoux, La crise de l’asile politique en France, CEPED, Paris,1995, σελ.128-129.

[v] P. Bourdieu, «L’opinion publique n’existe pas», Les temps modernes, no 318, janvier 1973.

[vi] C.E Lindblom, The policy-making process, Prentice-Hall, New York, 1968.

[vii] Josef Schumpeter, Capitalisme, socialisme et démocratie, Payot, Paris, 1954.

[viii] Jürgen Habermas, L’espace public: Archéologie de la publicité comme dimension constitutive de la société bourgeoise, Payot, Paris, 1962.

[ix] Βλέπε σχετικά την εξαιρετική συνθετική εργασία του Wayne Parsons, Public Policy – An Introduction to the Theory and Practice of Policy Analysis, Aldershot (UK), Brookfield (US), Edward Elgar, 1995.

[x] Annie Collowald, Le «Populisme du FN», un dangereux contresens, Editions du Croquant, Paris, 2004.

[xi] Sylvain Laurent, «Le racisme, attribut du populaire?», Revue Plein Droit n° 69, Ιούλιος 2006, σελ. 9.

[xii] Théo Van Leeuwen et Ruth Wodak, «Legitimizing immigration control: discourse-historical analysis», Discourse Studies, v. 1, n° 1, 1999, σελ. 83-118.

[xiii] Kitty Calavita, «A “reserve army of delinquents” – The criminalization and economic punishment of immigrants in Spain», Punishment & Society, v. 5, n° 4, 2003, σελ. 399-413.

[xiv] Danièle Lochak «La politique de l’immigration au prisme de la législation sur les étrangers», in: Didier Fassin, Alain Morice, Catherine Quiminal (επιμ.), Les lois de l’inhospitalité: les politiques de l’immigration à l’épreuve des sanspapiers, La Découverte, Paris, 1997.

[xv] Anastassia Tsoukala, «Le contrôle de l’immigration en Grèce dans les années quatre-vingt-dix», Cultures & Conflits, n° 26/27, 1997, σελ. 51-72.

[xvi] Asale Angel-Ajani, «Italy’s racial cauldron – Immigration, Criminalization and the Cultural Politics of Race», Cultural Dynamics, 2000, v. 12, n° 3, σελ. 331-352. «A question of dangerous race?», Punishment & Society, 2003, v. 5, n° 4, σελ. 433-448. Dario Melossi, «In peaceful life – Migration and the crime of modernity in Europe/Italy», Punishment & Society, 2003, v. 5, n°4, σελ. 371-397.

[xvii] Steve Cohen, «The local state of immigration controls», Critical Social Policy, 2002, v. 22, n° 3, σελ. 518-543. Liz Fekete, «The emergence of xenoracism », Race & Class, 2001, v. 43, n° 2, σελ. 23-40. Liza Schuster, John Solomos, «Race, immigration and asylum – New Labour’s and its consequences», Ethnicities, 2004, v. 46, n° 2, σελ. 267-300.

[xviii] Στο συγκεκριμένο σημείο παραπέμπουμε σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στην Επιθεώρηση Plein Droit n° 69, Ιούλιος 2006, υπό τον τίτλο «Genèse du faux réfugié», σελ. 19.

[xix] Το «συμβατικό άσυλο» παραχωρείται σε άτομα που απειλούνται από το κράτος (ΣτΜ.).

[xx] Office français de protection des réfugiés et apatrides (γαλλική δημόσια υπηρεσία για την προστασία των προσφύγων και των απάτριδων).

[xxi] Σε αντίθεση με τη «συμβατική ασυλία», η «εδαφική ασυλία» παραχωρείται σε άτομα που δεν απειλούνται από το κράτος (ΣτΜ.).

[xxii] Παραπέμπουμε σε τηλεγράφημα του Associated Press την 11η Οκτωβρίου 2004 – Οι υπουργοί Εξωτερικών της Ε.Ε. αίρουν τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στη Λιβύη. Βλέπε επίσης, Luc de Barochez, «LIBYE Le président de la République française fera le voyage avant la fin de l’année à l’instar de ses homologues – Les dirigeants européens se bousculent à Tripoli», Le Figaro, 13 Οκτωβρίου 2004.

[xxiii] Αρχικά δημοσιευμένο τον Οκτώβριο του 2004 στη γερμανική εφημερίδα Konkret, και ακολούθως σε αγγλική γλώσσα από το Παρατηρητήριο Statewatch, μεταφράστηκε και αναδημοσιεύτηκε στα γαλλικά το Μάρτιο του 2005 από το επιστημονικό δίκτυο TERRA: http://terra.rezo.net/article308.html

[xxiv] Είδηση: Agence Europe: 08/04/2005, η Επιτροπή προτείνει συνεργασία με τη Λιβύη ενάντια στην παράνομη μετανάστευση – Βρυξέλλες. Βλέπε επίσης, ανακοινωθέν της Ευρωπαϊκής Προεδρίας του Λουξεμβούργου, 14 Απριλίου 2005 – «ο Nicolas Schmit υπογράμμισε “την ανάγκη για έναρξη της συνεργασίας με την Λιβύη σε ζητήματα μετανάστευσης’’» [ο Nicolas Schmit ήταν υπουργός του Λουξεμβούργου αρμόδιος για την μετανάστευση].

[xxv] Βλέπε Hélène Flautre (Πρόεδρος της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου), Πρακτικά της αποστολής στην Λιβύη 17-20 Απρίλιος 2005, Βρυξέλλες, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 2 Ιουνίου 2005, σ. 16.

[xxvi] Η Πρόεδρος της (υπο-) Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Ε. Κ.) Hélène Flautre επισκέφθηκε τη Λιβύη μεταξύ 4 και 7 Δεκεμβρίου 2005, στο πλαίσιο ειδικής αποστολής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τα ζητήματα του ασύλου και της μετανάστευσης. Η αποστολή αυτή οργανώθηκε ύστερα από επείγον ψήφισμα του Ε.Κ. που καταδίκαζε τις ομαδικές απελάσεις από τη Λαμπεντούζα προς την Τρίπολη. Εγγράφηκε δε στο πλαίσιο σειράς αποστολών του Ε.Κ. στη Λαμπεντούζα, τη Σευτά και τη Μελίγια. Πηγή: Δελτίο Τύπου της Προέδρου της (υπο)Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, 10 Δεκεμβρίου 2005.

[xxvii] Βλέπε το άρθρο της Προέδρου του GISTI: «La Libye pour «externaliser» le droit d’asile de l’UE?», Le Monde, 20 Ιουλίου 2005 καθώς και το δελτίο τύπου του Human Rights Watch, «Torture a Risk in Libya Deportation», Λονδίνο, 18 Οκτωβρίου 2005).

[xxviii] Ειδήσεις, MAP 7 Δεκεμβρίου 2005, «La lutte contre l’émigration clandestine requiert la collaboration entre les pays ciblés».

[xxix] Ειδήσεις, AFP, 211710 PPP – Ρώμη, 21 Ιουλίου 2005 (AFP) – «Un centre fermé pour immigrés est actuellement en construction avec l’aide de l’Italie…».

[xxx] PanaPress, «La Libye désapprouve un rapport de l’ONG “Human Rights Watch”», 20 Οκτωβρίου 2005.

[xxxi] Βλέπε την αφήγηση του νεαρού αυτού πρόσφυγα από το Καμερούν όπως τη μετέφερε ο πάτερ Joseph Lépine, ιερέας της εκκλησίας του Αγ. Λουί της Ούτζα (πόλη του Μαρόκου στα 10 χλμ. από τα σύνορα με την Αλγερία): J. Lepine, Une marche en liberté – Emigration subsaharienne, Maisonneuve & Larose, Paris, Νοέμβριος 2006. Βλέπε μια παρόμοια μαρτυρία: Olivier Jobard (Photos), Florence Saugues & Kingsley Abang Kung (textes), Kingsley – Carnet de route d’un immigrant clandestin, Marval, Paris, Ιούνιος 2006, σελ. 157.

[xxxii] Άρθρο 1 της γαλλο-αλγερινής συμφωνίας συνεργασίας σε ζητήματα ασφάλειας και αγώνα ενάντια στο οργανωμένο έγκλημα που υπογράφηκε στο Αλγέρι, στις 25 Οκτωβρίου 2003.

[xxxiii] Y. Hamidouche, «Le ministre français délégué à la Coopération, au Développement et à la Francophonie attendu aujourd’hui à Alger». Dominique de Villepin reçu par Bouteflika et Ouyahia», La Tribune, 13 Οκτωβρίου 2004, (Πηγή: Algeria-Watch, information sur la situation des droits humains en Algérie [πληροφορίες για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Αλγερία]).

[xxxiv] Άρθρο 3, παράγραφος 6, «Les Parties échangent des spécialistes dans le but d’acquérir des connaissances professionnelles de haut niveau et de découvrir les moyens, méthodes et techniques modernes de lutte contre la criminalité internationale» [Τα μέλη δεσμεύονται στην ανταλλαγή ειδικών με στόχο την κατάκτηση επαγγελματικών γνώσεων υψηλού επιπέδου και την εφαρμογή των σύγχρονων μέσων, μεθόδων και τεχνικών στον αγώνα ενάντια στη διεθνή εγκληματικότητα].

[xxxv] C. Guetbi, «Coopération algéro-française dans la lutte contre l’immigration clandestine», in El Watan, 3 Οκτωβρίου 2004.

[xxxvi] Akram Belkaïd, Un regard calme sur l’Algérie, Seuil, Paris, 2005, σελ.176. Άρθρο στο Le Quotidien d’Oran, «L’Algérie lutte contre l’immigration clandestine», 17 Αυγούστου 2005.

[xxxvii] Άρθρο στο Le Quotidien d’Oran, «L’Algérie lutte contre l’immigration clandestine», 17 Αυγούστου 2005.

[xxxviii] Άρθρο του Mokrane Ait Ouarabi, «Lutte contre l’Immigration clandestine – Pakistanais et Indiens arrêtés au Sudalgérien», El Watan 13 Ιουλίου 2005.

[xxxix] Karim Kébir «“Mauvais traitements” des immigrants expulsés d’Algérie – La mise au point d’Alger», Actualité, 21 Δεκεμβρίου 2005.

[xl] Πηγή: συνεντεύξεις με μετανάστες χωρίς χαρτιά κοντά στην Ούτζα και την Μπερκάν (ανατολικό Μαρόκο) το Νοέμβριο του 2006.

[xli] Βλέπε Michel Agier, «Protéger les sans-État ou contrôler les indésirables: où en est le HCR?», TERRA-Editions (Collection «Reflets»), 26 Ιανουαρίου 2006: http://terra.rezo.net/article348.html

[xlii] Βλέπε για παράδειγμα τη διεξοδική έρευνα της δημοσιογράφου Catherine Simon, «Maroc, terminus noir», Le Monde, 3 Σεπτεμβρίου 2005.

[xliii] Βλέπε το επιμορφωτικό πρόγραμμα ASILMAROC στη Ραμπάτ (Νοέμβριος/ Δεκέμβριος 2005) υπό τη διοργάνωση των AFVIC και Cimade (13/06/05) και χρηματοδοτούμενο από το HCR.

[xliv] Γιατροί χωρίς Σύνορα (MSF-E), «Violence et immigration. Rapport sur l’immigration d’origine subsaharienne (ISS) en situation irrégulière au Maroc», Rabat, Σεπτέμβριος 2005.

[xlv] Διεθνές Συνέδριο του Πανεπιστημίου Mohamed I / CEMMM, Oujda «Migration Maghrébine: Enjeux actuels et Contentieux», 24-25 Νοεμβρίου 2005.

[xlvi] Το Ενωμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα διοργάνωσε στην Τετουάν, το Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2005, μια εθνική και διεθνή συνάντηση γύρω από το θέμα «Νέες πολιτικές μετανάστευσης: ευθύνες και θέσεις». Στη διοργάνωση συμμετείχε πλήθος πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων καθώς και οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και το σύνολο των συνιστωσών της Ένωσης της Δημοκρατικής Αριστεράς (RGD), ο Μαροκινός Σύλλογος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (AMDH), οι CDT και UMT, η ATTAC-Maroc, ο Σύλλογος προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Ανδαλουσίας (APDHA), ο ανδαλουσιανός σύλλογος ACOGE, ο σύλλογος Νέων Δικηγόρων, και πλήθος άλλων γυναικείων τοπικών συλλόγων και περιφερειακών συλλόγων για την προστασία των μεταναστών όπως ο Pateras de la Vida.

[xlvii] Άρθρο του Karim Mariami στην Libération (Maroc) «Une publication qualifie les émigrés africains de “sauterelles noires”: Tanger, la ville cosmopolite a son torchon raciste», 13 Σεπτεμβρίου 2005.

[xlviii] Στις 25 και 26 Σεπτεμβρίου 2003 οι ετήσιες ημερίδες του Ισπανικού Πρακτορείου Διεθνούς Συνεργασίας ήταν συμπτωματικά επικεντρωμένες στο θέμα «Κοινή ανάπτυξη και μετανάστευση».

[xlix] Ευρωπαϊκό σχέδιο ενάντια στη μετανάστευση που εκπονήθηκε με την ευθύνη της αυστριακής κυβέρνησης, η οποία βρισκόταν στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

[l] Abdelkrim Belguendouz, UE-Maroc-Afrique migrante: politique européenne de voisinage – barrage aux sudistes (de Schengen à «Barcelone + 10», Rabat: Imp. Beni Snassen, 2005.

[li] Το Νοέμβριο του 2004, η ισπανίδα υφυπουργός Εξωτερικών ανακοινώνει σε επίσκεψή της στη Ραμπάτ την παροχή 950.000 ευρώ συμπληρωματικής βοήθειας στο Μαρόκο.

[lii] Περίπου 500.000 μεταναστών χωρίς χαρτιά νομιμοποιήθηκαν από την ισπανική κυβέρνηση το Φεβρουάριο του 2005.

[liii] CIMADE, Gourougou, Bel Younes, Oujda: la situation alarmante des migrants subsahariens en transit au Maroc et les conséquences des politiques de l’Union Européenne [: η ανησυχητική κατάσταση των υποσαχάριων προσφύγων που πέρασαν από το Μαρόκο και οι συνέπειες των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης], έκθεση που συνετάχθη από την Anne-Sophie Wender σε συνεργασία με τον Marie-José Laflamme και τον Hicham Rachidi (AFVIC-PFM), Cimade-SSI, Paris, Οκτώβριος 2004, 50 σελ., web: http://listes.rezo.net/archives/migreurop/ 2005-10/pdfyxWOE6bv9q.pdf

[liv] Έκθεση του MSF, Violence et immigration, Rapport sur l’immigration d’origine subsaharienne en situation irrégulière au Maroc, 29 Σεπτεμβρίου 2005. Η εν λόγω έκθεση δημοσιοποιήθηκε το Σεπτέμβριο αλλά είχε ήδη κυκλοφορήσει από τον Ιούλιο στα δίκτυα των σχετικών συλλογικοτήτων, καλύπτει δε γεγονότα που προηγούνται του καλοκαιριού του 2005. http://www.msf.fr/documents/base/2005-09-29-msfe.pdf

[lv] MIGREUROP, Guerre aux migrants – Le Livre Noir de Ceuta et Melilla, Migreurop, Paris, Σεπτέμβριος 2006, 100 σελ., Web: http://www.migreurop.org/ IMG/pdf/livrenoir-ceuta.pdf

[lvi] Προσωπικές παρατηρήσεις που κατέγραψα κατά τη διάρκεια μιας ερευνητικής αποστολής στην περιοχή από τις 4 μέχρι τις 11 Νοεμβρίου 2006.

Publicités