Δέσποινα Ναζίρη, « Το μετέωρο βήμα του (νέου) αναλυτή »

par panos

Δέσποινα Ναζίρη, « Το μετέωρο βήμα του (νέου) αναλυτή », Εκ των Υστέρων, τ. 21, Πλέθρον, 2010 (fr-gr)

(Despina Naziri, « Le pas suspendu du (jeune) analyste »)

ISSN 1108-1511, Σελίδες 47-74

Το κείμενο αποτελεί μετάφραση της παρουσίασής της Δέσποινας Ναζίρη στην Société Psychanalytique de Paris (Ψυχαναλυτική Εταιρία Παρισιού) το 2006. Εδώ, σεβόμενος τον κλινικό, δηλαδή, αυστηρά προσωπικό και προστατευμένο από το ιατρικό απόρρητο χαρακτήρα του, αναδημοσιεύω ένα μικρό απόσπασμα από την εισαγωγή του.

*

Καταρχήν oφείλω μια διευκρίνιση αναφορικά με την επιλογή του τίτλου της παρουσίασης. Είναι το προϊόν ενός ελεύθερου συνειρμού πάνω στην ταινία του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, «Το μετέωρο βήμα του πελαργού». Ταινία που διερευνά, στις υπαρξιακές και κοινωνικοπολιτικές της διαστάσεις, την έννοια του συνόρου, μια έννοια απροσδιόριστη, πάντα φευγαλέα και κάποτε τραγική για την ανθρώπινη ύπαρξη. Και είναι πράγματι ένα ερώτημα για το σύνορο και την απροσδιοριστία του που με ενέπνευσε κατά την προετοιμασία τούτης της παρουσίασης, με το μετέωρο βήμα του (νέου) αναλυτή να συμπυκνώνει αυτήν την απροσδιοριστία που επενεργεί και δουλεύεται στην πρακτική της με τους ασθενείς.

Επέλεξα να παρουσιάσω το κλινικό υλικό που προέρχεται από τα δυο πρώτα χρόνια αναλυτικού έργου με την Σ. Το υλικό αυτό μου φάνηκε πρόσφορο για μια σκέψη που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας και άπτεται του «πλαισίου εντός ορίων και των ορίων του πλαισίου»[i]. Γιατί αυτή η σκέψη; Ίσως γιατί πρόκειται για το βασικό ερώτημα που κλήθηκα να αντιμετωπίσω από τότε που, έχοντας ολοκληρώσει την εκπαίδευσή μου, εγκατέλειψα την ασφάλεια και τους περιορισμούς που μου παρείχε η ιδιότητα της υποψήφιας αναλύτριας και εκτέθηκα στην ανασφάλεια, την ελευθερία και τη μοναξιά που χαρακτηρίζουν την ιδιότητα της τέως υποψήφιας.

Ο τρόπος με τον οποίο διατύπωσα το ερώτημα καθιστά ήδη σαφές ότι αυτό αναφέρεται a priori στην –ολοένα και πιο επίκαιρη– προβληματική των δυνατών παραλλαγών του κλασικού πλαισίου της ψυχανάλυσης. Η προβληματική αυτή ακολουθεί την εξέλιξη των παθολογιών και συνάδει με την ανάγκη για «αναπροσαρμογή» της αναλυτικής πρακτικής σε συνάρτηση με τη νέα πραγματικότητα. Να όμως που πολύ γρήγορα οδηγούμαστε στη διατύπωση ενός άλλου ερωτήματος: «Σε τι συνίσταται η ταυτότητα της θεραπείας που αποκαλούμε ανάλυση και συμπεριλαμβάνει τόσο διαφορετικές μορφές»[ii]; Θεωρώ ότι, διατυπωμένο υπό αυτούς τους όρους, το τελευταίο ερώτημα παραπέμπει στη βασική πρόκληση που αντιμετωπίζει ο νέος αναλυτής κατά τη διαδικασία διαμόρφωσης και θεμελίωσης της ταυτότητάς του ως αναλυτή. Η πρόκληση αυτή συνίσταται στην κατανόηση και οικειοποίηση της αινιγματικής και περίπλοκης έννοιας του εσωτερικού πλαισίου του αναλυτή, τόσο στη θεωρητική όσο και στην κλινική της διάσταση. Στην πραγματικότητα, κατά την επίπονη διαδικασία της αναλυτικής εκπαίδευσης και ήδη από τη στιγμή που αρχίζουμε να εξοικειωνόμαστε με τα διάφορα τεχνικά ζητήματα της κλασικής θεραπείας, συνειδητοποιούμε ότι η ουσία του έργου του αναλυτή έγκειται στις εσωτερικές του θέσεις, στον τρόπο με τον οποίο ο ψυχισμός του κινητοποιείται και τίθεται στην υπηρεσία της εργασίας με τον ασθενή. Νομίζω ότι από εκεί απορρέει και όλη η δυσκολία να καταλάβουμε και να αναγνωρίσουμε την ιδιαιτερότητα και τη διαπλοκή διαφόρων στοιχείων του μηχανισμού τα οποία ανήκουν τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό πλαίσιο διαμορφώνοντας και ρυθμίζοντας την αναλυτική συνάντηση.

Πιο συγκεκριμένα, ήταν στο τέλος της εκπαίδευσής μου που μπόρεσα να βιώσω την ταυτόχρονα συναρπαστική και αποσταθεροποιητική εμπειρία του να βρίσκομαι για πρώτη φορά εκτός πλαισίου εποπτείας, έναντι ασθενών για τους οποίους μπορούσε να τεθεί μια «ένδειξη ανάλυσης». Έχοντας καταλάβει ότι δεν μπορούσα να στηριχθώ σε καμία εξαντικειμενοποιημένη κλινική περιγραφή που θα έφερε την ένδειξη για θεραπεία στο ντιβάνι ή στην πολυθρόνα, αισθάνθηκα ότι μπορούσα και όφειλα να θέσω προκαταβολικά στον εαυτό μου τα εξής ερωτήματα: «Ποιο πλαίσιο θα μου επιτρέψει, με τον συγκεκριμένο ασθενή, να λειτουργήσω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ως αναλύτρια; Τι συνέπειες θα έχει στην αναλυτική διαδικασία μια ενδεχόμενη αλλαγή πλαισίου;»[iii].

Το να βρω μόνη μου μια απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα και, ειδικότερα, το να αναλάβω μια ανάλυση πρόσωπο με πρόσωπο –πρακτική που δεν περιλαμβάνεται στην ψυχαναλυτική εκπαίδευση– με προβλημάτισε και με αποπροσανατόλισε ιδιαίτερα. Στην πραγματικότητα, την ελευθερία που μπορούσα να επιτρέψω στον εαυτό μου σε σχέση με το κλασικό μοντέλο ανάλυσης, την βίωνα σαν μια επώδυνη απομάκρυνση από τα ιδεώδη που συνδέονταν με την δική μου ανάλυση και εκπαίδευση, αλλά και συνυφασμένη με την ιδέα ότι δεν θα μπορούσα παρά να είμαι μια λιγότερο καλή αναλύτρια. Την ίδια όμως στιγμή, αυτή η ελευθερία προκαλούσε κι ένα αίσθημα δυνητικής βελτίωσης, «καλύτερης αντιστοιχίας ανάμεσα σε εμένα και στο πλαίσιο»[iv].

Μέχρι τώρα, βίωσα αυτήν την κατάσταση σαν μια διαρκή εσωτερική σύγκρουση, μια βαθιά αντίφαση, μια πολύ εύθραυστη ισορροπία κατά τη διάρκεια ενός μετέωρου βήματος προς το ασαφές εκείνο σύνορο του ορίζοντα που δεν ξέρουμε αν πραγματικά χωρίζει τον ουρανό από τη γη. Και είναι με αυτά ακριβώς τα αισθήματα που έζησα κατά τα δυο πρώτα χρόνια αναλυτικού έργου με την Σ, έργου που ξεκίνησε πρόσωπο με πρόσωπο και συνεχίστηκε στο ντιβάνι. Θέλησα λοιπόν να μοιραστώ μαζί σας τα διαφορετικά στάδια του ερωτήματός μου: τι λειτούργησε σε αυτή την επιλογή μεθόδου, σε αυτή τη διαίσθηση που με έκανε να εξερευνήσω ένα νέο πεδίο;

Ετοιμάζοντας αυτήν την παρουσίαση, κάποιες αναγνώσεις μού επέτρεψαν να ανακαλύψω τον πλούτο της σύγχρονης συζήτησης γύρω από τις εναλλακτικές στην κλασική θεραπεία αναλυτικές μεθόδους. Αναφέρω ενδεικτικά το πρόσφατο τεύχος της RFP [Révue Française de Psychanalyse] που είναι αφιερωμένο στο «Face-à-face psychanalytique» [«Ψυχαναλυτικό πρόσωπο με πρόσωπο»], όπως και το βιβλίο του Raymond Cahn, La fin du divan ? [Το τέλος του ντιβανιού;] (2002). Οι αναγνώσεις αυτές με βοήθησαν πολύ στο εκ των υστέρων εγχείρημα κατανόησης και επεξεργασίας της αναλυτικής διαδρομής που διήνυσα με την Σ. Η σκέψη του Raymond Cahn μου φάνηκε ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα γιατί εμβαθύνει σε αυτό που μπορεί να συνιστά μια πραγματική αναλυτική διαδικασία, ειδικότερα με ασθενείς σε πρόσωπο με πρόσωπο, δίνοντας έμφαση στο επίπεδο της «θεμελιώδους στάσης του αναλυτή, της προσωπικής του εμπλοκής, της αποχής του από οποιασδήποτε απόπειρα ενεργής επιρροής, της διακριτικής απόσυρσης και ταυτόχρονα της ανυποχώρητης διαθεσιμότητας και της απερίσπαστης ακρόασης» (σελ. 123).

 

Σημειώσεις


[i] Δανείστηκα την εν λόγω διατύπωση από τον τίτλο του άρθρου του Christian Delourmel, στο Débats sans frontières, συναντήσεις APA-SPP, 2002, διαθέσιμο στο διαδίκτυο.

[ii] Michèle Bertrand et Albert Louppe, « Argument », RFP, T. 69, 2, 2005.

[iii] Παράθεμα δανεισμένο από το άρθρο του Frédéric Missenard, « Quand voir est nécessaire. Intérêt et spécificité du face-à-face », RFP, T. 69, 2, 2005.

[iv] Frédéric Missenard, ibid.

Publicités