François Roustang, Το μυστικό του Σωκράτη για την αλλαγή της ζωής

par panos

François Roustang, Το μυστικό του Σωκράτη για την αλλαγή της ζωής, Κέλευθος, 2013 (fr-gr)

(François Roustang, Le secret de Socrate pour changer la vie, Odile Jacob, 2009)

μετάφραση Πάνος Αγγελόπουλος, διόρθωση-επιμέλεια Δημήτρης Παπακώστας

ISBN 978-618-80590-1-6, Σελίδες 304

Εδώ, ένα απόσπασμα από τον πρόλογο :

*

Κανείς δεν θέλει τον Σωκράτη

Εικάζουμε πως η καταδίκη σε θάνατο και η εκτέλεση του Σωκράτη δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε παρεξήγηση. Το πίστευε άλλωστε κι ο ίδιος, καθώς έλεγε στους ενόρκους ότι, αν είχε περισσότερο χρόνο στη διάθεσή του, θα μπορούσε να τους πείσει για την αθωότητά του. Τα πράγματα όμως είναι πολύ διαφορετικά. Φαίνεται πως όλος ο κόσμος είχε λόγους, ίσως όχι να τον οδηγήσει στο θάνατο, αλλά τουλάχιστον να τον κάνει να εξαφανιστεί και εν πάσει περιπτώσει να σωπάσει. Αυτό είναι στην πραγματικότητα το επίμαχο σημείο. Θα μπορούσαν να τον ανεχτούν αν έμενε στη γωνιά του ή στην εξώπορτα ενός σπιτιού προσηλωμένος στην επίλυση κάποιου προβλήματος. Θα μπορούσαν ακόμα και να του δώσουν χάρη, αν δεχόταν να σωπάσει για πάντα. Αφού όμως ο ίδιος είχε δηλώσει ότι θα αρνιόταν να συμμορφωθεί, η τύχη του ήταν προδιαγεγραμμένη.

Πράγματι, όλος ο κόσμος είχε τους λόγους του. Ο Αριστοφάνης, για παράδειγμα, όταν ο Σωκράτης, στα 46 του χρόνια, βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του, επέλεξε να τον διακωμωδήσει. Τον παρουσίασε λοιπόν να υπερίπταται της σκηνής, με το ευφάνταστο πρόσχημα ότι οι έρευνές του αποδείκνυαν ότι, ψηλά, ο αέρας είναι πιο έξυπνος. Τον εμφάνισε επίσης σαν διευθυντή μιας σχολής δόλου και απάτης, να διδάσκει στους μαθητές του πώς να παρουσιάζουν το ψευδές για αληθές. Το έργο στέφθηκε από μεγάλη επιτυχία. Τι είναι όμως αυτό που δεν μπορούσε να ανεχτεί ο Αριστοφάνης και που τον έκανε να αναπαριστά τον Σωκράτη σαν επηρμένο ερωδιό περιφερόμενο στους δρόμους της Αθήνας (Νεφέλες, 362 και Συμπόσιο Πλάτωνα, 221b); Τι του ζήλευε; Για τι ακριβώς ήθελε να τον εκδικηθεί;

Όλος ο κόσμος είχε λόγους να τον κάνει να σωπάσει. Ακόμα και ο Πλάτωνας, ο οποίος μάλιστα ανέτρεξε σε ένα άλλο ύπουλο μέσο για να πετύχει το σκοπό του. Στην εξέλιξη του έργου του εξαφάνισε σιγά σιγά τον ιστορικό Σωκράτη προς όφελος μιας μορφής που έμοιαζε ολοένα και περισσότερο στον ίδιο. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ακόμα και οι ειδικοί δυσκολεύονται πολύ να τους διακρίνουν. Ο Πλάτωνας απογύμνωσε προοδευτικά τον Σωκράτη από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του. Τον ιδιοποιήθηκε, καθιστώντας τον συνεργό και στήριγμα της δικής του διδασκαλίας, χρησιμοποιώντας το ένδοξο όνομά του σαν φερέφωνο στην υπηρεσία αυτού που ο ίδιος, ο Πλάτωνας, επινοούσε. Του απέδωσε λοιπόν τη θεωρία των ιδεών, τη διάκριση ανάμεσα σε νοητό και αισθητό, ή ακόμα κι εκείνη ανάμεσα σε ψυχή και σώμα. Κι έτσι, αδυνατούμε πλέον να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα στον αμετανόητα απορητικό Σωκράτη και στον Σωκράτη που προάγει τον καθολικά ισχύοντα ορισμό. Ενώ ο Σωκράτης ρωτάει ακατάπαυστα προκειμένου να πετύχει την παράδοση του συνομιλητή του και να τον κάνει να γευτεί την εμπειρία της μη γνώσης, ο Πλάτωνας, από τη μεριά του, ως φιλόσοφος, τάσσεται υπέρ της αναζήτησης της αλήθειας. Ξέρουμε επίσης ότι ο απορητικός διάλογος, αυτός δηλαδή που δεν καταλήγει σε κανένα συμπέρασμα, αποτελεί σήμα κατατεθέν της μεθόδου του Σωκράτη. Στην εξέλιξη όμως του πλατωνικού έργου αυτό το λογοτεχνικό σχήμα όχι μόνο τείνει να εξαφανιστεί ή παραποιείται, αλλά καταλήγει ν’ αποδίδεται στους σοφιστές[1], τους αντίπαλους του Σωκράτη. Ως εκ τούτου, θα ήταν πια αστείο να υπονοήσουμε ότι ο Πλάτωνας θέλησε, όπως και πολλοί άλλοι, να εξαφανίσει τον Σωκράτη. Αυτό εξυπακούεται: τον εξαφάνισε σε τέτοιο βαθμό, που ο αναγνώστης αναρωτιέται τελικά όχι μόνο αν πρέπει να παραιτηθεί από κάθε απόπειρα να τους διακρίνει, αλλά μήπως τυχόν ο Σωκράτης δεν αποτελεί παρά ένα κατασκεύασμα του Πλάτωνα.

Τι είναι όμως αυτό που δεν μπορεί να αφήσει άθικτο ο Πλάτωνας; Τι αισθάνεται υποχρεωμένος να απαλείψει προκειμένου να μην θέσει σε κίνδυνο το προσωπικό του εγχείρημα; Πρώτα απ’όλα πρέπει να βάλει ένα τέλος στη λαίλαπα της απορητικής. Ξέρει καλά ότι η απορία που κάνει κάποιον να χάσει τα λογικά του παίζει τον ίδιο ρόλο μ’ εκείνον που παίζουν το τραγούδι και ο χορός στις τελετουργίες μύησης (Ευθύδημος, 277d). Πώς λοιπόν να αναπτύξει τη θεωρία ή τη διδασκαλία του, αν δεν μπορεί και, ακόμα περισσότερο, αν δεν πρέπει ποτέ να συμπεράνει και να βεβαιώσει; Έπειτα, ο Σωκράτης επαναλάμβανε επίμονα πως η αρετή είναι αδύνατο να διδαχθεί, κάτι επίσης ανυπόφορο για τον Πλάτωνα. Στα γραπτά του, αλλά και στην πράξη, στα ταξίδια και τη διαμονή του στη Σικελία, έδειξε πως η διάπλαση ενάρετων πολιτικών ανδρών αποτελεί ύψιστο καθήκον και πως μόνο ατυχείς συγκυρίες αντιτίθενται σε κάτι τέτοιο. Τέλος, πώς να μην αποκρύψει την τάση του Σωκράτη να περιφρονεί τις διαφορές, να ανάγει την πολλαπλότητα των αρετών σε μία και μόνη ή να ταυτίζει τη γνώση με την αρετή; Όλοι αυτοί οι λόγοι οδηγούσαν αναπότρεπτα τον Πλάτωνα να πάρει τις αποστάσεις του από τον Σωκράτη, ωθώντας τον ακόμα και στο να χρησιμοποιήσει τα λεγόμενα του δασκάλου του κατά το δοκούν.

Ο Ξενοφώντας χρησιμοποίησε μια εντελώς διαφορετική τακτική για να απαλλαγεί από αυτόν: υπερπροστάτευσε την εικόνα του απαλείφοντας ταυτόχρονα την ιδιαιτερότητά του. Ο Σωκράτης πορευόταν επαναλαμβάνοντας ότι δεν ξέρει τίποτα. Αυτό είχε γίνει πλέον το λογότυπό του. Ο Ξενοφώντας διαισθάνθηκε την απειλή. Ο Σωκράτης κινδύνευε να θεωρηθεί αδαής. Φρόντισε λοιπόν να διαβεβαιώσει ότι ο Σωκράτης ήξερε πολλά. Το πρόβλημα όμως είναι πως η απολογία άγνοιας του Σωκράτη συνδέεται με μια ολόκληρη ακολουθία χαρακτηριστικών του. Ο Σωκράτης ρωτάει ακατάπαυστα τους άλλους επειδή ακριβώς ο ίδιος δεν γνωρίζει. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, ο Σωκράτης δεν είναι πια κάποιος που συνδιαλέγεται, αλλά ένας δάσκαλος που διδάσκει την αρετή και που, μακριά από το να προβληματίζει ή να θέτει σε αμηχανία τους ακροατές του, τους καθησυχάζει και τους δίνει τις πρέπουσες συμβουλές. Τελικά είναι να απορεί κανείς πώς αυτός ο άχρωμος και χωρίς αιχμές Σωκράτης κατάφερε να μιλάνε τόσο πολύ γι’ αυτόν και πώς μπόρεσε να γίνει τόσο ενοχλητικός για τους συγχρόνους του. Αν, σε αντίθεση με όσα μας μεταφέρει ο ιστορικός, ο Σωκράτης δεν είχε μια σαφώς διαβολική φήμη, τότε ο ιστορικός δεν θα είχε τίποτα να πει και τίποτα να αντιτάξει. Χωρίς τη σωκρατική οξύνοια την οποία θέλει πάση θυσία να αμβλύνει, ο Ξενοφώντας δεν θα είχε γράψει τίποτε γι αυτόν. Έτσι, έχουμε την ένδειξη ότι ούτε ο Ξενοφώντας ανέχτηκε για πολύ τις εκκεντρικότητες του Σωκράτη. Συμπληρωματική απόδειξη γι αυτό αποτελούν κάποιες διηγήσεις περιστατικών και διαλόγων, τις οποίες παραθέτει πού και πού σαν να του ξεφεύγουν, και στις οποίες ο ήρωάς του εμφανίζεται να μιλά και να συμπεριφέρεται κατά τρόπο πολύ πιο ωμό απ’όσο θα του επέτρεπε ο θρύλος του. Τελικά, φαίνεται πως ο Ξενοφώντας δεν κατάφερε να αντεπεξέλθει στο έργο της εξουδετέρωσης του Σωκράτη.

Ο Αριστοτέλης είναι αυτός που μας υποδεικνύει με τον πιο σαφή τρόπο τα νευραλγικά σημεία της αντίθεσης στον Σωκράτη, τα οποία είναι ταυτόχρονα και τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα. Ο Αριστοτέλης δεν αναλώνεται σε περιστροφές και μισόλογα. Δεν κρύβει τις θέσεις του πίσω από επιτηδευμένα λογοτεχνικά σχήματα. Πηγαίνει κατευθείαν στο στόχο του. Επισημαίνει τον τάδε ή τον δείνα ισχυρισμό κι εκφράζει τη διαφωνία του. Αν ο Σωκράτης λέει, για παράδειγμα, πως η αρετή είναι λόγος, «δεν μιλά ορθά» . αν λέει πως οι αρετές είναι επιστήμες, «δεν πραγματεύτηκε με τον δέοντα τρόπο τις αρετές». Όταν ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι δεν επιλέγουμε με τη θέλησή μας την αδικία, ο Αριστοτέλης αντιτείνει ότι, αν συμβαίνει αυτό, τότε δεν επιλέγουμε με τη θέλησή μας ούτε τη δικαιοσύνη. Δηλαδή, δεν επιλέγουμε ποτέ, και ως εκ τούτου ο Σωκράτης θα μπορούσε να μας παρασύρει στον πλήρη ντετερμινισμό και να στερήσει την ελευθερία από τον άνθρωπο. Και το ίδιο θα έκανε ισχυριζόμενος πως δεν υπάρχει έλλειψη αυτοελέγχου.

Πώς να μην παραδεχτούμε ότι ο Αριστοτέλης έχει δίκιο σε όλα αυτά τα σημεία, και να μην συνταχθούμε με όσους σκανδαλίζονται από τον Σωκράτη; Είναι αδύνατο να σκεφτούμε διαφορετικά. Άλλωστε ο Αριστοτέλης και οι επίγονοί του είναι εκείνοι που διαμόρφωσαν τον τρόπο σκέψης και έκφρασής μας πάνω σε τούτα τα ζητήματα. Είναι εκείνοι που μας έμαθαν, για παράδειγμα, να προβαίνουμε στη σοφή διάκριση του έλλογου και του άλογου μέρους της ψυχής. Επομένως δεν χρειάζεται να απαλλαγούμε από τον Σωκράτη . το τοπίο μας έχει καθαρίσει εδώ και πολύ καιρό από δαύτον. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε για να μην προβληματιζόμαστε από το μήνυμα του Σωκράτη είναι να τον θεωρήσουμε έξοχο, τόσο έξοχο, που ξεπερνάει κατά πολύ το επίπεδό μας. Την ίδια στιγμή όμως οφείλουμε να ομολογήσουμε πως η ευφυία των λόγων του μας διαφεύγει.

Ο Αριστοτέλης συνεχίζει την πορεία του παρακάμπτοντας τον Σωκράτη. Δεν τρέφει όμως ίχνος εχθρότητας γι’ αυτόν. Και η απόδειξη είναι ότι τον χρησιμοποιεί ως μοντέλο για να συνθέσει το πορτρέτο του μεγαλόψυχου. Επιπλέον, μας υποδεικνύει τη σωστή κατεύθυνση για να μπούμε στον κόσμο του Σωκράτη: θα πρέπει να αντιπαραβάλουμε την κατακτημένη αρετή με την ολοκληρωμένη γνώση μιας τέχνης. Εντούτοις, αμέσως μετά, δεν παραλείπει να προσθέσει πόσο λυπάται που ο Σωκράτης δεν μας υποδεικνύει και το μέσο για την κατάκτησή της. Όπως θα δούμε, βέβαια, η έκφραση αυτής της λύπης αποδεικνύει πως έχουμε ήδη βγει από την προοπτική που αποτελεί ίδιον του Σωκράτη.

Η μαρτυρία του Αλκιβιάδη, στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, αν και δεν έχει την ίδια βαρύτητα με τις μαρτυρίες των μεγάλων αυτών συγγραφέων, είναι αναμφίβολα η πολυτιμότερη γιατί καθιστά ανάγλυφη την όχληση που προκαλεί ο Σωκράτης στους συγχρόνους του. Αν ο Αλκιβιάδης λέει, με τον τρόπο του αλλά κατά βάθος όπως και όλοι οι άλλοι, ότι θα «θα τον ευχαριστούσε να μην τον έβλεπε ανάμεσα στους ζωντανούς» (216c), εξηγεί και το λόγο: είναι αδύνατο να παραμείνει κανείς κοντά στον Σωκράτη χωρίς να αισθανθεί υποχρεωμένος να φροντίσει τον εαυτό του, δηλαδή να αλλάξει ζωή. Επομένως, αυτό που ερεθίζει τους Αθηναίους δεν είναι ότι ο Σωκράτης τούς προσκαλεί σε διάλογο, γιατί στην αγορά κυκλοφορούν και πολλοί άλλοι δεινοί συνομιλητές, είναι ότι τα λόγια του Σωκράτη αγγίζουν βαθιά τους ακροατές, καλώντας τους να ανατρέψουν τους όρους της ίδιας τους της ζωής.

Το εγκώμιο του Αλκιβιάδη είναι πολύτιμο κι από μια άλλη σκοπιά: επανατοποθετεί αυτό που προκαλεί ο Σωκράτης στη μυστικο-θρησκευτική παράδοση. Χωρίς τραγούδια και χορούς, αλλά με λόγια και μόνο, ο Σωκράτης συνεπαίρνει τους συνομιλητές του, τους κάνει να χάνουν τον έλεγχο του εαυτού τους, τους καταλαμβάνει, τους καθιστά δαιμονισμένους. Αλλά το κάνει, και σ’ αυτό εξάλλου έγκειται η πρωτοτυπία του εγχειρήματός του, για να επαναπροσδιορίσει με καλύτερο τρόπο την ύπαρξή τους και να τους συντονίσει με το περιβάλλον τους, χωρίς μάλιστα να χρειάζεται να το αποφασίσουν οι ίδιοι. Αυτό ακριβώς δεν ανέχεται ο Αλκιβιάδης, και γι’ αυτό δηλώνει ότι θα πάψει να συναναστρέφεται έναν τόσο απαιτητικό τύπο.

Αν όλος αυτός ο καλός κόσμος προσπάθησε να εξουδετερώσει τον Σωκράτη, να απαλλαγεί απ’ αυτόν ή ν’ απομακρυνθεί από κοντά του, εμείς άραγε θα αντιδρούσαμε καλύτερα αν τύχαινε να τον συναντήσουμε; Το εκλεπτυσμένο γούστο μας θέλει τον Σωκράτη εξέχουσα φυσιογνωμία και εισηγητή της φιλοσοφίας μας. Γιατί, αναμφίβολα, είναι λιγότερο επικίνδυνο να του πλέκουμε το εγκώμιο από το να πρέπει να τον συναναστραφούμε. Τι θα κάναμε όμως αν καλούμασταν σε μια μικρή συνεδρία σαν εκείνες που πραγματοποιούσε αυτός ο έξω από κάθε πλαίσιο Αθηναίος; Μάλλον θα είχαμε κάθε λόγο να τραπούμε σε φυγή. Μπορούμε πάντως να δοκιμάσουμε τις αντιδράσεις μας με μια απλή ανάγνωση όσων πραγματικά διακυβεύονται.


[1] Ευθύδημος, 276-277, έκτος ορισμός.

Publicités