Michel Foucault, Εισαγωγή στην Ανθρωπολογία του Καντ

par panos

Michel Foucault, Εισαγωγή στην Ανθρωπολογία του Καντ, Νήσος (fr-gr)

(Michel Foucault, Kant, Anthropologie du point de vue pragmatique et Introduction à l’Anthropologie de Kant, Vrin, 2008)

Εδώ, ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του κειμένου (προς το παρόν, υπό τη μορφή δοκιμίου)

*

Μια σημείωση της Ανθρωπολογίας[1] αναφέρει ότι πριν την οριστική συγγραφή του το κείμενο εκφωνούνταν επί τριάντα περίπου χρόνια . τα μαθήματα του χειμερινού εξαμήνου ήταν αφιερωμένα στην Ανθρωπολογία, εκείνα του εαρινού εξαμήνου στη Φυσική γεωγραφία. Στην πραγματικότητα, η πληροφορία αυτή δεν είναι ακριβής . ο Καντ είχε ήδη αρχίσει να διδάσκει Γεωγραφία το 1756 . αντίθετα, τα μαθήματα Ανθρωπολογίας δεν άρχισαν κατά πάσα πιθανότητα παρά τον χειμώνα του 1772-1773[2].

Η έκδοση του κειμένου που γνωρίζουμε συμπίπτει με το τέλος των παραδόσεων, καθώς και με την οριστική απόσυρση του Καντ από το καθηγητικό έργο. Το Neues deutsches Merkur του 1797 αναμεταδίδει την είδηση που τού έρχεται από το Καίνιξμπεργκ : «Ο Καντ δημοσιεύει φέτος την Ανθρωπολογία του. Μέχρι σήμερα την κρατούσε για τον εαυτό του, διότι από το σύνολο των διαλέξεών του οι φοιτητές δεν προσέρχονταν πια παρά μόνο σε αυτές (που άπτονταν της Ανθρωπολογίας). Τώρα πλέον δεν παραδίδει μαθήματα και δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να παραδώσει το κείμενο στο ευρύ κοινό»[3]. Μπορεί ο Καντ να αφήνει ακόμα αναρτημένο το πρόγραμμα των μαθημάτων του στον κατάλογο του εαρινού εξαμήνου του 1797, αλλά έχει ήδη δηλώσει δημόσια, αν όχι και με επίσημο τρόπο, ότι «εξαιτίας της προχωρημένης ηλικίας του, δεν επιθυμεί πια να δίνει διαλέξεις στο Πανεπιστήμιο»[4]. Επομένως, ο Καντ αποφασίζει να προβεί στη δημοσίευση του κειμένου με την οριστική λήξη του μαθήματος.

Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για τις διάφορες καταστάσεις από τις οποίες πέρασε το κείμενο αυτό πριν την τελική συγγραφή του. Μετά το θάνατο του Καντ, ο Starke δημοσίευσε δυο συλλογές από σημειώσεις που είχαν κρατήσει ακροατές των παραδόσεων[5]. Καμία όμως από αυτές τις δυο συλλογές δεν χρήζει απόλυτης εμπιστοσύνης . είναι δύσκολο να προσδώσουμε αξιοπιστία σε σημειώσεις που δημοσιεύτηκαν τριανταπέντε χρόνια μετά το θάνατο του Καντ. Παρ’όλα αυτά, η δεύτερη συλλογή περιλαμβάνει ένα σημαντικό στοιχείο το οποίο απουσιάζει από το κείμενο που εξέδωσε ο ίδιος ο Καντ : ένα κεφάλαιο με τίτλο «Von der intellectuellen Lust und Unlust». Σύμφωνα με τον Starke, το χειρόγραφο αυτού του κεφαλαίου είχε χαθεί όταν ο Καντ το έστειλε προς έκδοση από το Καίνιξμπεργκ στην Ιένα. Στην πραγματικότητα, όμως, τίποτα από το χειρόγραφο της Ανθρωπολογίας, όπως το βρίσκουμε στη Βιβλιοθήκη του Ροστόκ, δεν μας επιτρέπει να υποθέσουμε πως ένα απόσπασμά του έχει απωλεσθεί. Το πιο πιθανό είναι ότι ο ίδιος ο Καντ δεν θέλησε να συμπεριλάβει στην έκδοση ένα κείμενο που, κατά το παρελθόν, είχε αποτελέσει μέρος της προφορικής του διδασκαλίας. Αν πάλι χρειάζεται να σταθούμε για λίγο στην πρώτη συλλογή του Starke είναι γιατί περιέχει μια χρονολογική διευκρίνιση . οι σημειώσεις που την συνθέτουν χρονολογούνται στο χειμερινό εξάμηνο του 1790-1791 : σε δυο σημεία, τα οποία άπτονται της σύλληψης και της ίδιας της δομής της Ανθρωπολογίας, μαρτυρούν ότι μια αλλαγή πρέπει να επήλθε ανάμεσα στο έτος 1791 και στην οριστική συγγραφή του χειρογράφου[6].

Από αυτό το κείμενο, που για εικοσιπέντε χρόνια τελούσε υπό διαμόρφωση και εξέλιξη, και σίγουρα μετασχηματιζόταν στο μέτρο που η καντιανή σκέψη αποκρυσταλλωνόταν σε νέες διατυπώσεις, δεν διαθέτουμε παρά μια κατάσταση : την τελευταία. Το κείμενο μάς παρέχεται ήδη ιζηματογενές και κλειστό στο παρελθόν στο οποίο συγκροτήθηκε. Αυτά τα εικοσιπέντε χρόνια κατά την διάρκεια των οποίων ολοκληρώθηκαν οι πρώτες μελέτες, γεννήθηκε η κριτική, αναπτύχθηκε στην τριμερή της ισορροπία η καντιανή σκέψη, οικοδομήθηκε τέλος το αμυντικό σύστημα ενάντια στην επιστροφή του Leibnitz, στον σκεπτικισμό του Schulze και στον ιδεαλισμό του Fichte, περικλείονται στο κείμενο της Ανθρωπολογίας, και η απόθεσή του συνεχίζεται, χωρίς κανένα εξωτερικό και βέβαιο κριτήριο να επιτρέπει τη χρονολόγηση του ενός ή του άλλου στρώματος της βαθιάς του γεωλογίας.

Κι όμως, θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να μάθουμε ποιος ήταν ο συντελεστής σταθερότητας της Ανθρωπολογίας σε σχέση με το κριτικό εγχείρημα. Υπήρχε άραγε ήδη από το 1772, για να παραμείνει ενδεχομένως στα βάθη της Κριτικής, μια συγκεκριμένη εικόνα του ανθρώπου την οποία καμία φιλοσοφική επεξεργασία δεν αλλοίωσε ουσιαστικά, και η οποία επιτέλους διατυπώνεται, χωρίς μείζονα μεταβολή, στο τελευταίο από τα κείμενα που δημοσίευσε ο Καντ ; Και αν αυτή η εικόνα του ανθρώπου κατάφερε να καρπωθεί την εμπειρία της Kριτικής, χωρίς να παραμορφωθεί, δεν είναι άραγε γιατί μέχρι ενός σημείου, αν δεν την οργάνωσε και επέβαλε, τουλάχιστον την καθοδήγησε και, κάπως κρυφά, την προσανατόλισε ; Από την Κριτική στην Ανθρωπολογία, θα μπορούσε να υπάρχει μια σχέση τελικότητας, σκοτεινή και επίμονη. Αλλά μπορεί επίσης η Ανθρωπολογία να τροποποιήθηκε στα πιο σημαντικά στοιχεία της ενώσο αναπτυσσόταν το κριτικό εγχείρημα : επομένως, αν η αρχαιολογία του κειμένου μπορούσε να καταστεί δυνατή, δεν θα μας επέτρεπε άραγε να δούμε τη γέννηση ενός «homo criticus», του οποίου η δομή θα διέφερε ουσιαστικά από τον άνθρωπο που προηγείται της Ανθρωπολογίας ; Τουτέστιν, η Κριτική, στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της ως «προπαιδεία» στη φιλοσοφία, θα πρόσθετε έναν συγκροτησιακό ρόλο στη γέννηση και στο γίγνεσθαι συγκεκριμένων μορφών της ανθρώπινης ύπαρξης. Θα υπήρχε σε αυτήν κάποια κριτική αλήθεια του ανθρώπου, κόρη της κριτικής των προϋποθέσεων της αλήθειας.

Ας μην προσμένουμε όμως οριστικές και αδιάσειστες απαντήσεις σε τόσο μονοσήμαντα ερωτήματα. Το κείμενο της Ανθρωπολογίας μάς δίνεται στην τελική του μορφή. Και σαν οδηγό στο εγχείρημά μας δεν θα έχουμε παρά τέσσερις σειρές ενδείξεων, όλες τους μερικές :

a/ Οι Στοχασμοί (Reflexionen) που σχετίζονται με την ανθρωπολογία, τους οποίους η έκδοση της Ακαδημίας ομαδοποίησε[7] προσπαθώντας να χρονολογήσει. Πρέπει να σημειώσουμε και εδώ ότι ελάχιστα από αυτά τα αποσπάσματα είναι αρκετά εκτενή ώστε να μας δώσουν μια εικόνα για το τι θα μπορούσε να είναι η Ανθρωπολογία σε μια δεδομένη στιγμή . επίσης, αν αληθεύει ότι η κατά προσέγγιση χρονολόγησή προτείνεται πάντα με ιδιαίτερη προσοχή, η ομαδοποίησή τους ακολουθεί το σχεδίασμα του 1798 σαν αυτό να αποτελούσε ένα σταθερό πλαίσιο ήδη από το 1772. Υπό αυτούς τους όρους, μπορούμε να αποκρυπτογραφήσουμε μόνο κάποιες ήσσονος σημασίας αλλαγές.

b/ Τα Σχεδιάσματα μαθημάτων (Collegentwürfe), τα οποία στην έκδοση της Ακαδημίας χωρίστηκαν σε δυο μέρη . το πρώτο περιλαμβάνει τις δεκαετίες 1770-1780 . το δεύτερο τις δεκαετίες 1780-1790[8]. Παρόλο που παρουσιάζουν τις ίδιες δυσκολίες με τους Στοχασμούς, συγκρίνοντας αυτά τα κείμενα με εκείνο του 1798 μπορούμε να διακρίνουμε κάποιες σημαντικές μετατοπίσεις ως προς την ίδια την κατεύθυνση της Ανθρωπολογίας ή ως προς το κέντρο βάρους του έργου (τα Collegentwürfe δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στις θεματικές της ιστορίας, της πολιτειακότητας, του κοσμοπολιτισμού).

c/ Η σύγκριση με τα κείμενα της προκριτικής περιόδου, και η σύγκριση με τα κείμενα που είναι σύγχρονα ή σχεδόν σύγχρονα της οριστικής συγγραφής της Ανθρωπολογίας. Μπορούμε να απομονώσουμε κάποια στοιχεία που παρέμειναν σταθερά από την έναρξη του μαθήματος μέχρι τη δημοσίευσή του. Αντίθετα, κάποια προβλήματα που κυριάρχησαν στην σκέψη του Καντ κατά την περίοδο 1796-1798, επηρέασαν αναμφίβολα το τελικό κείμενο της Ανθρωπολογίας και από αυτήν την άποψη πολλές θεματικές του κειμένου του 1798 συνιστούν πιο πρόσφατες επεξεργασίες.

d/ Η αντιπαραβολή με τα συγκαιρινά κείμενα που άπτονται του πεδίου της ανθρωπολογίας. Για παράδειγμα, κάποιες συμπτώσεις με την Psychologia empirica του Baumgarten[9], την οποία ο Καντ διάβασε πολύ νωρίς, υποδεικνύουν μετά βεβαιότητας κάποια στοιχεία που διατηρήθηκαν σταθερά στην Ανθρωπολογία . αντίθετα, κάποιες άλλες συμπτώσεις, όπως αυτές με την Empirische Psychologie του C.C.E. Schmidt[10], φανερώνουν μια ύστερη επεξεργασία. Αλλά και σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να επιδείξουμε προσοχή . διότι πολύ συχνά είναι αδύνατον να γνωρίζουμε αν το δάνειο προέρχεται από κάποιο βιβλίο που διάβασε ο Καντ ή αν, αντίθετα, ένας συγγραφέας δανείστηκε από τα γραπτά ή την προφορική διδασκαλία του Καντ (έτσι όπως είχε μεταφερθεί από τις σημειώσεις των φοιτητών) ένα στοιχείο που απαντάται τόσο στην Ανθρωπολογία όσο και στην πηγή του. Φαίνεται, για παράδειγμα, ότι ο Ith γνώριζε πολύ καλά το συνολικό έργο του Καντ, στο οποίο μάλιστα παραπέμπει συχνά στο έργο του Versuch einer Anthropologie[11] . ο Schmidt επίσης αναφέρεται σε αυτό[12].

Όλες αυτές οι επιμέρους πληροφορίες δεν χρησιμεύουν σε τίποτα άλλο από το να διασαφηνίσουν τις παρυφές του έργου . αφήνουν όμως ανέπαφο το κεντρικό πρόβλημα των σχέσεων Ανθρωπολογίας και Κριτικής. Εντούτοις, παρά τη μερικότητά τους, οι ενδείξεις αυτές δεν πρέπει να παραμεληθούν. Αντιπαραβάλλοντας ό,τι μπορούν να μας διδάξουν με τα κείμενα της Ανθρωπολογίας και της Κριτικής, μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα δούμε πώς το τελευταίο από τα κείμενα του Καντ προσδένεται ταυτόχρονα στη σειρά των προκριτικών ερευνών, στο σύνολο του ίδιου του κριτικού εγχειρήματος, και στο σύνολο των εργασιών που, την ίδια εποχή, επιχειρούν να περιγράψουν μια ειδική γνώση του ανθρώπου. Κατά παράδοξο μάλιστα τρόπο, αυτή η τριπλή πρόσδεση καθιστά την Ανθρωπολογία σύγχρονη αυτού που προηγείται της Κριτικής, αυτού που την ολοκληρώνει και αυτού που πρόκειται άμεσα να την αποτελειώσει.

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, δεν είναι δυνατόν στην ανάλυση του κειμένου να διαχωρίσουμε πλήρως την γενετική προοπτική και τη δομική μέθοδο : έχουμε να κάνουμε με ένα κείμενο που, στην ίδια του την πυκνότητα, στην τελική του μορφή και στην ισορροπία των στοιχείων του, είναι σύγχρονο με όλη την κίνηση την οποία ολοκληρώνει. Μόνο μια γένεση του συνόλου του κριτικού εγχειρήματος, ή τουλάχιστον η αποκατάσταση της συνολικής του κίνησης θα μπορούσε να περιγράψει το τελικό αυτό σχήμα μέσα στο οποίο ολοκληρώνεται και απαλείφεται. Και αντίστροφα, μόνο η δομή των σχέσεων ανθρωπολογίας και κριτικής θα μπορούσε να επιτρέψει, αν βέβαια μπορούσε να οριστεί με ακρίβεια, την αποκωδικοποίηση της γένεσης που οδηγείται προς αυτήν την τελευταία ισορροπία – ή προτελευταία, αν αληθεύει ότι το Opus postumum κάνει ήδη τα πρώτα του βήματα σε ένα έδαφος που τελικά ξαναβρίσκει, αυτό της υπερβατολογικής φιλοσοφίας.

[1] Ανθρωπολογία, Πρόλογος, σελ. 16, βλ. ελ. έκδ., Immanuel Kant, Ανθρωπολογία από πραγματολογική άποψη, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Χάρης Τασάκος, εκδόσεις PRINTA, Αθήνα, 2011. σ. 14 <Ak. VII, 122>. Θα παραπέμπουμε κατά σειρά στις σελίδες α) της γαλλικής έκδοσης Kant, Anthopologie du point de vue pragmatique, précédé de Michel Foucault, Introduction à l’Anthropologie, Vrin, Παρίσι, 2008, β) της μετάφρασης της ελληνικής έκδοσης και γ) στις σελίδες της έκδοσεις του Βερολίνου Kants Gesammelte Schriften, Königlich Preussische Akademie der Wissenschaften, τ. VII, Βερολίνο, 1902-1910.

[2] Βλ. E. Arnoldt, Kritishe Excurse, 1894, σ. 269 κ. εξ.

[3] Βλ. Τ. II, σ. 82, παρατίθεται από τον O. Külpe, Kants Werke <Ak. VII, σ. 354>.

[4] Παρατίθεται από τον Külpe (ibid.). Βλ. επίσης E. Arnoldt, Beiträge zu dem Material der Geschichte von Kants Leben <Berlin, 1909>.

[5] Starke, Kants Anweisung zur Menschen- und Welterkenntnis (Liepzig, 1831), Kants Menschenkunde oder philosophische Anthropologie (Liepzig, 1831).

[6] Βλ. παρακάτω, σελ. 41.

[7] Έκδοση της Ακαδημίας τη Προύσσας, τ. XV.

[8] Ibid., τ. XVI.

[9] Βλ. σημειώσεις του Καντ στο Psychologia empirica, τ. XV της έκδοσης της Ακαδημίας, <Erläutezungen zur Psychologia empirica in A.G. Baumgartens Metaphysica, Ak. XV, 1, p. 3-54>.

[10] <Carl Christian Ehrand Schmidt, Empirische Psychologie>, Iena, 1796.

[11] Βλ. παραπομπές στον Καντ στο Johann Ith, Versuch einer Anthropologie oder Philosophie des Menschen, nach seinen körperlichen Anlagen, Berne 1794-1795, τ. Ι, σ. 12, τ. ΙΙ, σ. 135, 146, 169, 341.

[12] Βλ. παραπομπές στον Καντ στο Schmidtμ Empirische Psychologie, σ. 22.

Publicités