Michel Foucault, Εισαγωγή στην Ανθρωπολογία του Καντ

par Panos

foucault-kant

Michel Foucault, Εισαγωγή στην Ανθρωπολογία του Καντ, Νήσος, 2017 (fr-gr)

(Michel Foucault, Kant, Anthropologie du point de vue pragmatique et Introduction à l’Anthropologie de Kant, Vrin, 2008)

μετάφραση Πάνος Αγγελόπουλος, επίμετρο Γιώργος Σαγκριώτης

ISBN 978-960-589-055-1, Σελίδες 128

Εδώ ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του κειμένου

*

Μια σημείωση της Ανθρωπολογίας[1] αναφέρει ότι πριν την οριστική συγγραφή του το κείμενο εκφωνούνταν επί τριάντα χρόνια περίπου . τα μαθήματα του χειμερινού εξαμήνου ήταν αφιερωμένα στην ανθρωπολογία, εκείνα του εαρινού εξαμήνου στη φυσική γεωγραφία. Στην πραγματικότητα, ο αριθμός αυτός δεν είναι ακριβής . ο Καντ είχε ήδη αρχίσει να διδάσκει γεωγραφία το 1756 . αντίθετα, τα μαθήματα ανθρωπολογίας κατά πάσα πιθανότητα δεν άρχισαν παρά τον χειμώνα του 1772-1773.[2]

Η έκδοση του κειμένου που γνωρίζουμε συμπίπτει με το τέλος των παραδόσεων, καθώς και με την οριστική απόσυρση του Καντ από το καθηγητικό έργο. Το Neues deutsches Merkur του 1797 αναμεταδίδει την είδηση που του έρχεται από το Καίνιγκσμπεργκ: «Ο Καντ δημοσιεύει φέτος την Ανθρωπολογία του. Μέχρι σήμερα την κρατούσε για τον εαυτό του, διότι από το σύνολο των διαλέξεών του οι φοιτητές δεν προσέρχονταν πια παρά μόνο σε αυτές. Τώρα πλέον δεν παραδίδει μαθήματα και δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να παραδώσει το κείμενο στο ευρύ κοινό».[3] Μπορεί ο Καντ να αφήνει ακόμα αναρτημένο το πρόγραμμα των μαθημάτων του στον κατάλογο του εαρινού εξαμήνου του 1797, αλλά έχει ήδη δηλώσει δημόσια, αν όχι και με επίσημο τρόπο, ότι «εξαιτίας της προχωρημένης ηλικίας του, δεν επιθυμεί πια να δίνει διαλέξεις στο Πανεπιστήμιο».[4] Με την οριστική λοιπόν λήξη του μαθήματος, ο Καντ αποφάσισε να προβεί στη δημοσίευση του κειμένου.

Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για τις διάφορες φάσεις από τις οποίες πέρασε το κείμενο αυτό πριν την τελική συγγραφή του. Μετά τον θάνατο του Καντ, ο Στάρκε (Friedrich Christian Starke) δημοσίευσε δυο συλλογές από σημειώσεις που είχαν κρατήσει ακροατές των παραδόσεων.[5] Σε καμία όμως από αυτές τις δυο συλλογές δεν μπορούμε να έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη . είναι δύσκολο να θεωρήσουμε ως αξιόπιστες σημειώσεις που δημοσιεύτηκαν τριάντα πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Καντ. Παρ’όλα αυτά, η δεύτερη συλλογή περιλαμβάνει ένα σημαντικό στοιχείο το οποίο απουσιάζει από το κείμενο που εξέδωσε ο ίδιος ο Καντ: ένα κεφάλαιο με τίτλο «Von der intellectuellen Lust und Unlust» (Περί της διανοητικής ευχαρίστησης και δυσαρέσκειας). Σύμφωνα με τον Στάρκε, το χειρόγραφο αυτού του κεφαλαίου είχε χαθεί όταν ο Καντ το έστειλε προς έκδοση από το Καίνιγκσμπεργκ στην Ιένα. Στην πραγματικότητα, τίποτε από το χειρόγραφο της Ανθρωπολογίας, όπως το βρίσκουμε στη Βιβλιοθήκη του Ροστόκ, δεν μας επιτρέπει να υποθέσουμε πως ένα απόσπασμά του έχει απολεσθεί. Το πιο πιθανό είναι ότι ο ίδιος ο Καντ δεν θέλησε να συμπεριλάβει στην έκδοση ένα κείμενο που, κατά το παρελθόν, είχε αποτελέσει μέρος της προφορικής του διδασκαλίας. Αν πάλι χρειάζεται να σταθούμε για λίγο στην πρώτη συλλογή του Στάρκε είναι γιατί περιέχει μια χρονολογική διευκρίνιση . οι σημειώσεις που τη συνθέτουν χρονολογούνται το χειμερινό εξάμηνο του 1790-1791. Δύο σημεία, τα οποία άπτονται της σύλληψης και της ίδιας της δομής της Ανθρωπολογίας, μαρτυρούν ότι μια αλλαγή πρέπει να επήλθε ανάμεσα στο έτος 1791 και την οριστική συγγραφή του χειρογράφου.[6]

Από αυτό το κείμενο, που για είκοσι πέντε χρόνια τελούσε υπό διαμόρφωση και εξέλιξη, και σίγουρα μετασχηματιζόταν στο μέτρο που η καντιανή σκέψη αποκρυσταλλωνόταν σε νέες διατυπώσεις, δεν διαθέτουμε παρά μια φάση: την τελευταία. Το κείμενο μας παρέχεται ήδη φορτωμένο με ιζήματα και κλειστό απέναντι στο παρελθόν κατά το οποίο συγκροτήθηκε. Αυτά τα είκοσι πέντε χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων ολοκληρώθηκαν οι πρώτες μελέτες, γεννήθηκε η κριτική, αναπτύχθηκε στην τριμερή της ισορροπία η καντιανή σκέψη και οικοδομήθηκε τέλος το αμυντικό σύστημα ενάντια στην επιστροφή του Λάιμπνιτς (Gottfried Wilhelm Leibnitz), στον σκεπτικισμό του Σουλτσε (Gottlob Ernst Schulze) και στον ιδεαλισμό του Φίχτε (Johann Gottlieb Fichte), περικλείονται στο κείμενο της Ανθρωπολογίας, και η απόθεση συνεχίζεται, χωρίς κανένα εξωτερικό και βέβαιο κριτήριο να επιτρέπει τη χρονολόγηση του ενός ή του άλλου στρώματος της βαθιάς του γεωλογίας.

Κι όμως, θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να μάθουμε ποιος ήταν ο συντελεστής σταθερότητας της Ανθρωπολογίας σε σχέση με το κριτικό εγχείρημα. Υπήρχε άραγε ήδη από το 1772, για να παραμείνει ενδεχομένως στα βάθη της Κριτικής, μια συγκεκριμένη εικόνα του ανθρώπου την οποία καμία φιλοσοφική επεξεργασία δεν αλλοίωσε ουσιαστικά και η οποία επιτέλους διατυπώνεται, χωρίς μείζονα μεταβολή, στο τελευταίο από τα κείμενα που δημοσίευσε ο Καντ; Και αν αυτή η εικόνα του ανθρώπου κατάφερε να καρπωθεί την εμπειρία της κριτικής, χωρίς να παραμορφωθεί, δεν είναι άραγε γιατί μέχρι ενός σημείου, αν δεν την οργάνωσε και την επέβαλε, τουλάχιστον την καθοδήγησε και, κάπως κρυφά, την προσανατόλισε; Από την Κριτική στην Ανθρωπολογία, θα μπορούσε να υπάρχει μια σχέση τελικότητας, σκοτεινή και έμμονη. Αλλά μπορεί επίσης η Ανθρωπολογία να τροποποιήθηκε στα πιο σημαντικά στοιχεία της ενώσο αναπτυσσόταν το κριτικό εγχείρημα: επομένως, αν η αρχαιολογία του κειμένου μπορούσε να καταστεί δυνατή, δεν θα μας επέτρεπε άραγε να δούμε τη γέννηση ενός «homo criticus», του οποίου η δομή θα διέφερε ουσιαστικά από τον άνθρωπο που προηγείται της Ανθρωπολογίας; Συνεπώς, η Κριτική, στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της ως «προπαιδεία» στη φιλοσοφία, θα πρόσθετε έναν συγκροτησιακό ρόλο στη γέννηση και στο γίγνεσθαι συγκεκριμένων μορφών της ανθρώπινης ύπαρξης. Θα υπήρχε σε αυτήν κάποια κριτική αλήθεια του ανθρώπου, κόρη της κριτικής των προϋποθέσεων της αλήθειας.

Ας μην προσδοκούμε όμως οριστικές και αδιάσειστες απαντήσεις σε τόσο μονοσήμαντα ερωτήματα. Το κείμενο της Ανθρωπολογίας μάς δίνεται στην τελική του μορφή. Και σαν οδηγό στο εγχείρημά μας δεν θα έχουμε παρά τέσσερις σειρές ενδείξεων, όλες τους πολύ μερικές:

α) Οι Στοχασμοί (Reflexionen) που σχετίζονται με την ανθρωπολογία, τους οποίους η έκδοση της Ακαδημίας ομαδοποίησε[7] προσπαθώντας να τους χρονολογήσει. Πρέπει να σημειώσουμε και εδώ ότι ελάχιστα από αυτά τα αποσπάσματα είναι αρκετά εκτενή για να μας δώσουν μια εικόνα για το τι θα μπορούσε να είναι η Ανθρωπολογία σε μια δεδομένη στιγμή . επίσης, αν αληθεύει ότι η κατά προσέγγιση χρονολόγησή τους προτείνεται πάντα με ιδιαίτερη προσοχή, η ομαδοποίησή τους ακολουθεί το σχεδίασμα του 1798, λες και αυτό να αποτελούσε ένα σταθερό πλαίσιο ήδη από το 1772. Υπ’ αυτούς τους όρους, μπορούμε να αποκρυπτογραφήσουμε μόνο κάποιες ήσσονος σημασίας αλλαγές.

β) Τα Σχεδιάσματα μαθημάτων (Collegentwürfe), τα οποία στην έκδοση της Ακαδημίας χωρίστηκαν σε δυο μέρη . το πρώτο περιλαμβάνει τις δεκαετίες 1770-1780 και το δεύτερο τις δεκαετίες 1780-1790.[8] Μολονότι παρουσιάζουν τις ίδιες δυσκολίες με τους Στοχασμούς, συγκρίνοντας αυτά τα κείμενα με εκείνο του 1798 μπορούμε να διακρίνουμε κάποιες σημαντικές μετατοπίσεις ως προς την ίδια την κατεύθυνση της Ανθρωπολογίας ή ως προς το κέντρο βάρους του έργου (τα Collegentwürfe δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στις θεματικές της ιστορίας, της ιδιότητας του πολίτη, του κοσμοπολιτισμού).

γ) Η σύγκριση με τα κείμενα της προκριτικής περιόδου και η σύγκριση με τα κείμενα που είναι σύγχρονα ή σχεδόν σύγχρονα της οριστικής συγγραφής της Ανθρωπολογίας. Μπορούμε να απομονώσουμε κάποια στοιχεία που παρέμειναν σταθερά από την έναρξη του μαθήματος μέχρι τη δημοσίευσή του. Αντίθετα, κάποια προβλήματα που κυριάρχησαν στη σκέψη του Καντ κατά την περίοδο 1796-1798 επηρέασαν αναμφίβολα το τελικό κείμενο της Ανθρωπολογίας και από αυτήν την άποψη πολλές θεματικές του κειμένου του 1798 συνιστούν πιο πρόσφατες επεξεργασίες.

δ) Η αντιπαραβολή με τα κείμενα της εποχής που άπτονται του πεδίου της ανθρωπολογίας. Για παράδειγμα, ορισμένες συμπτώσεις με την Psychologia empirica του Μπάουμγκαρτεν (Alexander Gottlieb Baumgarten)[9], την οποία ο Καντ διάβασε πολύ νωρίς, υποδεικνύουν μετά βεβαιότητας κάποια στοιχεία που διατηρήθηκαν σταθερά στην Ανθρωπολογία . αντίθετα, κάποιες άλλες συμπτώσεις, όπως αυτές με την Empirische Psychologie του Κ.Κ.Ε. Σμιντ (C.C.E. Schmidt)[10], φανερώνουν μια ύστερη επεξεργασία. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να δείξουμε προσοχή . διότι πολύ συχνά είναι αδύνατο να γνωρίζουμε αν το δάνειο προέρχεται από κάποιο βιβλίο που διάβασε ο Καντ ή αν, αντίθετα, ένας συγγραφέας δανείστηκε από τα γραπτά ή την προφορική διδασκαλία του Καντ (έτσι όπως είχε μεταφερθεί από τις σημειώσεις των φοιτητών) ένα στοιχείο που απαντά τόσο στην Ανθρωπολογία όσο και στην πηγή του. Φαίνεται, για παράδειγμα, ότι ο Ιτ (Johann Ith) γνώριζε πολύ καλά το συνολικό έργο του Καντ, στο οποίο μάλιστα παραπέμπει συχνά στο έργο του Versuch einer Anthropologie[11] . ο Σμιντ επίσης αναφέρεται σε αυτό.[12]

Όλες αυτές οι διασταυρώσεις δεν χρησιμεύουν σε τίποτε άλλο από το να διασαφηνίσουν το πλαίσιο του έργου . αφήνουν όμως ανέπαφο το κεντρικό πρόβλημα των σχέσεων Ανθρωπολογίας και Κριτικής. Εντούτοις, παρά τη μερικότητά τους, οι ενδείξεις αυτές δεν πρέπει να παραμεληθούν. Αντιπαραβάλλοντας ό,τι μπορούν να μας διδάξουν με τα κείμενα της Ανθρωπολογίας και της Κριτικής, μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα δούμε πώς το τελευταίο από τα κείμενα του Καντ είναι ταυτόχρονα προσδεδεμένο στη σειρά των προκριτικών ερευνών, στο σύνολο του ίδιου του κριτικού εγχειρήματος και στο σύνολο των εργασιών που, την ίδια εποχή, επιχειρούν να περιγράψουν μια ειδική γνώση του ανθρώπου. Κατά παράδοξο μάλιστα τρόπο, αυτή η τριπλή πρόσδεση καθιστά την Ανθρωπολογία σύγχρονη αυτού που προηγείται της Κριτικής, αυτού που την ολοκληρώνει και αυτού που πρόκειται άμεσα να τη διαλύσει.

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, δεν είναι δυνατόν στην ανάλυση του κειμένου να διαχωρίσουμε πλήρως τη γενετική προοπτική και τη δομική μέθοδο: έχουμε να κάνουμε με ένα κείμενο που, στην ίδια του την πυκνότητα, στην τελική του μορφή και στην ισορροπία των στοιχείων του, είναι σύγχρονο με όλη την κίνηση την οποία ολοκληρώνει. Μόνο μια γένεση του συνόλου του κριτικού εγχειρήματος, ή τουλάχιστον η αποκατάσταση της συνολικής κίνησής του θα μπορούσε να περιγράψει το τελικό αυτό σχήμα μέσα στο οποίο ολοκληρώνεται και απαλείφεται. Και αντίστροφα, μόνο η δομή των σχέσεων ανθρωπολογίας και κριτικής θα μπορούσε να επιτρέψει, αν ήταν δυνατό να οριστεί με ακρίβεια, την αποκωδικοποίηση της εξέλιξης που οδηγείται προς αυτήν την τελευταία ισορροπία – ή την προτελευταία, αν αληθεύει ότι το Opus postumum κάνει ήδη τα πρώτα του βήματα στο έδαφος της υπερβατολογικής φιλοσοφίας, το οποίο επιτέλους ξαναβρίσκει.

[1] Anthropologie, Πρόλογος, σελ. 16, [Ak. VII, 122]. Θα παραπέμπουμε κατά σειρά στις σελίδες α) της γαλλικής έκδοσης Kant, Anthopologie du point de vue pragmatique, précédé de Michel Foucault, Introduction à l’Anthropologie, Vrin, Παρίσι, 2008, και β) της έκδοσης της Ακαδημίας: Kants Gesammelte Schriften, Königlich Preussische Akademie der Wissenschaften, τομ. VII, Βερολίνο, 1902-1910, εντός αγκύλης. Στα παραθέματα από το γερμανικό πρωτότυπο έχουν γίνει ορθογραφικές διορθώσεις χωρίς περαιτέρω ένδειξη. Όπου ο Φουκώ έχει προβεί σε μικρές αλλαγές ή παραλείψεις, ακολουθείται εν γένει η επιλογή του. [Σ.τ..Ε]

[2] Βλ. E. Arnoldt, Kritishe Excurse, 1894, σ. 269 κ. ε.

[3] Βλ. τομ. II, σ. 82, παρατίθεται στο O. Külpe, Kants Werke (έκδοση της Ακαδημίας, Ak. VII, σ. 354).

[4] Παρατίθεται στο Külpe (ό.π.). Βλ. επίσης E. Arnoldt, Beiträge zu dem Material der Geschichte von Kants Leben [Berlin, 1909].

[5] Starke, Kants Anweisung zur Menschen- und Welterkenntnis, Λιψία, 1831, Kants Menschenkunde oder philosophische Anthropologie, Λιψία, 1831.

[6] Βλ. παρακάτω, σελ. 57.

[7] Έκδοση της Πρωσικής Ακαδημίας, τόμ. XV.

[8] Ό.π., τόμ. XVI.

[9] Βλ. τις σημειώσεις του Καντ στο Psychologia empirica, τόμ. XV της έκδοσης της Ακαδημίας [Erläutezungen zur Psychologia empirica in A.G. Baumgartens Metaphysica, Ak. XV, Ι, σ. 3-54].

[10] Carl Christian Ehrand Schmidt, Empirische Psychologie, Ιένα, 1796.

[11] Βλ. τις παραπομπές στον Καντ στο Johann Ith, Versuch einer Anthropologie oder Philosophie des Menschen, nach seinen körperlichen Anlagen, Βέρνη 1794-1795, τόμ. Ι, σ. 12, τόμ. ΙΙ, σ. 135, 146, 169, 341.

[12] Βλ. τις παραπομπές στον Καντ στο Schmidt, Empirische Psychologie, σ. 22.

Publicités