Ελένη Βαρίκα, Οι απόβλητοι του κόσμου. Μορφές του παρία

par panos

Ελένη Βαρίκα, Οι απόβλητοι του κόσμου. Μορφές του παρία, Πλέθρον, 2013 (fr-gr)

(Eleni Varikas, Les rebuts du monde. Figures du paria, Stock, 2007)

μετάφραση Πάνος Αγγελόπουλος, επιμέλεια Ελένη Βαρίκα

ISBN 978-960-348-215-4, Σελίδες 222

Εδώ, η εισαγωγή του βιβλίου :

*

Μπορεί μια νέγρα να είναι ποιήτρια; Το χρώμα της ανθρωπότητας

Should you, my lord, while you peruse my song,

Wonder from whence my love of Freedom sprung,

Whence flow the wishes for the common good,

By feeling hearts alone best understood,

I, young in life, by seeming cruel fate
Was snatch’d from Afric’s fancy’d happy seat:

What pangs excruciating must molest,
What sorrows labor in my parents’ breast?

Steel’d was that soul, and by no misery mov’d,

That from a father seiz’d his baby belov’d: Such, such my case.

And can I then but pray Others may never feel tyrannic sway?[i]

Phillis Wheatley

Στις 11 Ιουλίου 1761, το Phillis, ένα πλοίο που απέπλευσε από τη Σενεγάλη με ενδιάμεσο σταθμό τη Σιέρα Λεόνε, έφτασε στη Βοστώνη φορτωμένο σκλάβους. Ανάμεσά τους και ένα ισχνό κι ασθενικό κορίτσι, επτά ή οκτώ χρόνων, αν κρίνει κανείς από το δόντι που του έλειπε. Ενήμερη για το γεγονός από την Boston Evening Post, η σύζυγος ενός πλούσιου μεγαλέμπορου, η κυρία Susanna Wheatley, που αναζητούσε μια «δούλα», κατέφθασε στο λιμάνι κι αγόρασε το κορίτσι έναντι μηδαμινού αντιτίμου, σύμφωνα με μια οικογενειακή αλληλογραφία, ή για κάτι λιγότερο από δέκα δολάρια, σύμφωνα με τον βιογράφο. Το παιδί ήταν γυμνό, τυλιγμένο σε βρόμικα κουρέλια. Ποτέ κανείς δεν έμαθε πώς ονομαζόταν. Η κυρία του τού έδωσε το όνομα Phillis (το όνομα του δουλεμπορικού πλοίου) και το επίθετο Wheatley (αυτό των κυρίων του).

Τον Οκτώβριο του 1772, μια νεαρή μαύρη κοπέλα με το όνομα Phillis Wheatley έμπαινε στο δικαστικό μέγαρο ή στο δημαρχείο ή σε κάποιο άλλο δημόσιο κτίριο της Βοστώνης –οι πληροφορίες είναι συγκεχυμένες ως προς αυτό το σημείο– για να υποβληθεί σε μια ασυνήθιστη προφορική εξέταση. Μια επιτροπή δεκαοκτώ κριτών, επιλεγμένων μεταξύ των πιο επιφανών και μορφωμένων μελών της κοινωνίας της Βοστώνης –αυτής της «κάστας» που έναν αιώνα αργότερα θα γινόταν γνωστή ως «κάστα των βοστωνέζων βραχμάνων»– επρόκειτο να την εξετάσει για να αποφασίσει αν είναι πράγματι, όπως η ίδια ισχυριζόταν, η συγγραφέας μιας συλλογής ποιημάτων. Ανάμεσά τους, ο Thomas Hutchinson, κυβερνήτης της Μασαχουσέτης, ο Andrew Oliver, κυβερνήτης της παροικίας, ο αιδεσιμότατος Mather Byles, ποιητής και σατιρικός συγγραφέας, ο αιδεσιμότατος Samuel Cooper, ποιητής, και ο James Bowdoin, ένας από τους βασικούς εκπροσώπους του αμερικάνικου ∆ιαφωτισμού. Όλοι απόφοιτοι του Χάρβαρντ, στην πλειοψηφία τους μεγάλοι γαιοκτήμονες και δουλέμποροι.

Στο σπίτι των κυρίων της, η Phillis είχε μάθει πολύ γρήγορα τα αγγλικά. Ενάμιση μόλις χρόνο μετά την άφιξή της διάβαζε και σχολίαζε τα πιο δύσκολα χωρία της Βίβλου. Στα δώδεκα χρόνια της έγραψε το πρώτο της ποίημα, και στα δεκατέσσερά της είχε ήδη μια δημοσίευση. Μία από τις ελεγείες της είχε κάνει τον γύρο της Αμερικής και είχε δημοσιευτεί στην Αγγλία. Ενθουσιασμένη από αυτήν την επιτυχία, η κυρία της επιχείρησε να εκδώσει μια συλλογή ποιημάτων της μέσω προεγγραφής, χωρίς όμως να κατορθώσει να βρει αρκετούς συνδρομητές: ελάχιστοι βοστωνέζοι ήταν διατεθειμένοι να πιστέψουν ότι μια μαύρη σκλάβα μπορεί να διαθέτει αρκετό μυαλό, φαντασία και ταλέντο ώστε να γράψει ποίηση. Ο Thomas Jefferson, που κατά το πρότυπο του Hume, του Kant ή του Hegel ήταν υποστηρικτής ρατσιστικών θεωριών, πίστευε πως η Phillis ήταν αδύνατον να είναι η συγγραφέας. Κι αυτό όχι επειδή ήταν σκλάβα –αφού και κατά την Αρχαιότητα είχαν υπάρξει ποιητές δούλοι– αλλά γιατί ήταν μαύρη. Στις Notes on the State of Virginia (1787) που έγραψε ως απάντηση στις επιστολές του μαρκήσιου de Marbois, μία εκ των οποίων έπλεκε το εγκώμιο των ποιημάτων της Wheatley, ο Jefferson δηλώνει κατηγορηματικά ότι «οι συνθέσεις που δημοσιεύτηκαν υπό το όνομά της» είναι ανάξιες κριτικής[ii].

Ο Henry Louis Gates Jr., ο οποίος αφιέρωσε ένα βιβλίο σε τούτη την ιστορία, φαντάζεται τη νεαρή σκλάβα, δεκαεννέα ετών, αδύνατη και ντροπαλή, να εισέρχεται στη μεγάλη αίθουσα. Στους ώμους της βάραινε η ευθύνη να «αποδείξει» ενώπιον των πλέον διακεκριμένων εκπροσώπων του πολιτισμού –αλλά και των Ευρωπαίων, οι οποίοι παρακολουθούσαν με έντονο ενδιαφέρον την υπόθεση– ότι οι μαύροι είναι έλλογα όντα, ικανά να έχουν πρόσβαση στη λογοτεχνική γραφή. Στην πραγματικότητα, αυτό που διακυβεύθηκε σ’ αυτή την ακρόαση δεν ήταν η πιστοποίηση της αυθεντικότητας ενός χειρογράφου αλλά η πιστοποίηση της πλήρους ανθρώπινης υπόστασης όλων των μαύρων και, συνακόλουθα, η νομιμότητα της κατάργησης της δουλείας. Γιατί, όπως έλεγε ο Robert Nickol το 1788, πού ακούστηκε ουρακοτάγκος να συνθέτει μια ωδή;[iii]

Η ετυμηγορία της κριτικής επιτροπής έκανε γνωστό «τοις πάσι» ότι τα ποιήματα είχαν πράγματι γραφεί από μια «νέγρα» από την Αφρική, μέχρι πρότινος «βάρβαρη και απολίτιστη». Έτσι, η Wheatley έγινε το πρώτο άτομο αφρικανικής καταγωγής που δημοσίευσε ένα βιβλίο, και η πρώτη μαύρη αμερικανίδα ποιήτρια[iv]. Η συλλογή της εκδόθηκε πρώτα στην Αγγλία, όπου ένα κοινό που έβλεπε με συμπάθεια την κατάργηση της δουλείας και ήταν λιγότερο δύσπιστο απ’ ό,τι εκείνο της Βοστώνης, την υποδέχτηκε με ενθουσιασμό. Οι εγκωμιαστικές κριτικές, οι οποίες –είναι αλήθεια– έδιναν μεγαλύτερη έμφαση στην πιστοποιημένη πια ένταξη της συγγραφέα στο ανθρώπινο είδος παρά στο λογοτεχνικό της ταλέντο, της εξασφάλισαν διεθνή φήμη. Ο Voltaire εντυπωσιάστηκε από τα ποιήματα και εξεπλάγη που γράφτηκαν από μια μαύρη. Ο George Washington και ο Benjamin Franklin ζήτησαν να τη συναντήσουν, ενώ οι κύκλοι των ριζοσπαστικών μεθοδιστών και των υπέρμαχων της κατάργησης της δουλείας τής άνοιξαν τις πόρτες τους στο Λονδίνο. Με μια έντονη χροιά μελαγχολίας, η ποίησή της εκφράζει τις περιστάσεις και τη διαδικασία της ιδιόμορφης μεταμόρφωσής της «από Αφρικανίδα σε Αμερικανίδα». Εξυμνεί την ανεξαρτησία της Αμερικής, στηλιτεύει την αγγλική τυραννία και περιλαμβάνει υπαινιγμούς ενάντια στη δουλεία. Καθ’ όλη αυτή την περίοδο, και παρά τη μεγάλη της επιτυχία, η Wheatley παρέμενε σκλάβα. ∆εν χειραφετήθηκε παρά μετά τον θάνατο της κυρίας της. Μετά από έναν αποτυχημένο γάμο και τον θάνατο των τριών παιδιών της, απεβίωσε το 1787, μόνη και σε συνθήκες ακραίας φτώχειας.

Ο θάνατός της, όμως, δεν έθεσε τέρμα ούτε στις διαμάχες ούτε στις απόπειρες δυσφήμισης του ονόματός της. Η πρόσληψη του έργου της εξακολούθησε να αποτελεί αντικείμενο τελετών πιστοποίησης της αυθεντικότητάς της, που αυτή τη φορά αφορούσαν την πολιτισμική και φυλετική της καθαρότητα. Από τον Marcus Garvey μέχρι το κίνημα των μαύρων (Black Power) της δεκαετίας του 1960, η κριτική αντέστρεψε τα κριτήρια του Jefferson αλλά διατήρησε, παρ’ όλα αυτά, τη λογική μιας ανάγνωσης που περνούσε μέσα από το πρίσμα της «φυλής». Μια αφρο-κεντρική καθαρολογία κατηγόρησε τη Phillis για τη θέση της ανάμεσα σε δύο κουλτούρες, για τον συγκρητισμό της, που συνδύαζε αφρικανικά κατάλοιπα με επιρροές από τον Pope και τον Μilton, καθώς και για το πάθος της για την αμερικανική ανεξαρτησία. Όλα αυτά κρίθηκαν «υπερβολικά λευκά», συμπτώματα ενός «μπαρμπα-Θωμισμού», ενός «λευκού πνεύματος», μιας «απολευκαμένης» σκέψης. Όπως εξηγεί ο Gates, τέσσερις μόλις στίχοι από το «On Being Brought from Africa to America» –ποίημα που έγραψε σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και όπου μιλούσε για την Αφρική ως «η παγανιστική γη μου» τραγουδώντας ταυτόχρονα το μαύρο της πετσί και τη χριστιανική της πίστη– απομονώθηκαν από το υπόλοιπο έργο της και την κατέστησαν στους πολιτικούς και λογοτεχνικούς κύκλους των μαύρων «ένα είδος παρία» μετά θάνατον. Ωστόσο, αυτοί είναι και οι στίχοι που, αφού χλευάστηκαν και γελοιοποιήθηκαν κατά κόρον, περιλαμβάνονται στις περισσότερες ποιητικές ανθολογίες, καταδικάζοντας εμμέσως στη λήθη τους κριτικούς υπαινιγμούς[v] και τις ανοιχτές επιθέσεις της στο καθεστώς της δουλείας και στην υποτίμηση των μαύρων, αλλά και την ανάδειξη της στενής σχέσης που εισάγει ανάμεσα στην εμπειρία του τρόμου που βίωσε, το πάθος της για την ελευθερία και την υπεράσπισή της του «κοινού αγαθού».

Η μοίρα της Wheatley εγγράφεται δύσκολα στις αφηγήσεις που δομούν την πρόσληψή μας για τη δυτική νεωτερικότητα. Ποια εθνική, παγκόσμια, λογοτεχνική ή πολιτική ιστορία είναι σε θέση να συμπεριλάβει την εμπειρία αυτής της γυναίκας-συγγραφέα-μαύρης, ξεριζωμένης, οικιακής δούλας, η οποία βρίσκει στη γραφή και στην ποίηση μια νέα πατρίδα; Πώς να αποκαταστήσει κανείς την ιδιαιτερότητα και συνάμα τον παραδειγματικό χαρακτήρα αυτής της εμπειρίας χωρίς να την υποβιβάσει σε ένα δείγμα του νέου αυτού είδους που είναι «οι μαύροι-που-μπορούν-να-γράψουν-λογοτεχνία»; Με τι όρους και με ποιες αναλυτικές κατηγορίες μπορούμε να αναπαραστήσουμε τόσο τον ενθουσιασμό τούτης της νεαρής γυναίκας που ανακαλύπτει τις αγγλικές ιδέες για την κατάργηση της δουλείας και ταυτόχρονα τα ανεξίτηλα χνάρια που άφησε η ανάδυσή της σε έναν κριτικό δημόσιο χώρο υπό πλήρη άνθηση στην Αγγλία του τέλους του 18ου αιώνα; Πώς να συλλάβουμε σε μια και μόνη κίνηση τον άφατο τρόμο της συνάντησής της με τη νεωτερικότητα και την προσπάθειά της να αποτελέσει και η ίδια μέρος της μέσω της θρησκείας και της λογοτεχνίας; Τέλος, ποια αφήγηση του ∆ιαφωτισμού θα μπορούσε να καταγράψει τις επιδόσεις αυτού του «παιδιού-θαύματος», χωρίς να αποκρύψει τον βίαιο απανθρωπισμό που σφράγισε την προαγωγή της στην τάξη της νοήμονος ανθρωπότητας;

Η δυσκολία και η πρόκληση συνίστανται στο να σκεφτούμε ταυτόχρονα την ετερότητα της ομάδας που αποβάλλεται εκτός ανθρωπότητας εξαιτίας μιας ιεραρχικής κατασκευής και τη μοναδικότητα του ατόμου που δεν εμπίπτει, και έχει κάθε λόγο να το κάνει, στον ορισμό της κατηγορίας στην οποία την κατατάσσουν. Αν οι δοκιμασίες της Wheatley και το πιστοποιητικό που της παραχωρήθηκε την εντάσσουν σε μια ομάδα της ανθρωπότητας ευθύς εξαρχής ύποπτης ή και απορριπτέας, η θέση της στο μεταξύ δύο κόσμων και οι στρατηγικές που ανέπτυξε ώστε να γίνει δρων υποκείμενο την καθιστούν ένα υβρίδιο, αποκλίνον ως προς τις νόρμες, εν ολίγοις «αφύσικο», και αυτό από πολλές απόψεις: ως σκλάβα και εγγράμματη, διανοούμενη και μαύρη, γυναίκα και συγγραφέα, «βάρβαρη» αφρικανή και συστατικό στοιχείο της αμερικανικής κουλτούρας.

Η Phillis Wheatley ανήκει στη στρατιά από τους παρίες του παρελθόντος και του παρόντος που θα συναντήσουμε σε τούτο το βιβλίο. Παρά την περιθωριοποίηση και την απόρριψή τους, αναδύονται ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία η ∆ύση διακηρύσσει μια χειραφέτηση η οποία, όμως, δεν ισχύει για όλους. Μέσα από τις πολλαπλές και ιδιόμορφες διαδρομές αυτών των «απόβλητων του κόσμου» αποκαλύπτεται η τύχη που επιφυλάχθηκε σε έναν ολόκληρο λαό. Αποκαλύπτονται, όμως, και οι αντιφάσεις της πολιτικής μας νεωτερικότητας και η πάντα επίκαιρη αξίωση των ανυπότακτων παριών που επιμένουν πεισματικά να διεκδικούν την ένταξη κάθε ξεχωριστού ατόμου στους κόλπους της ανθρωπότητας.

Σημειώσεις


[i] «Ω, Κύριε, διαβάζοντας τους στίχους μου,/ίσως να αναρωτιέστε από πού αναβλύζει αυτή η αγάπη μου για την ελευθερία,/από πού πηγάζει η επιθυμία για το κοινό αγαθό/που μόνο ευαίσθητες ψυχές μπορεί να κατακλύζει./Νέα ακόμη στη ζωή, μοίρα σκληρή/με ξερίζωσε από τους ευτυχείς τόπους της Αφρικής όπου γεννήθηκα./Τι σφίξιμο καρδιάς να υπέμειναν, τι πόνοι βαρείς να γέμισαν τα στήθη των γονιών μου;/Από ατσάλι θα πρέπει να ’ταν εκείνη η ψυχή, και δίχως ίχνος ελέους,/που άρπαξε ένα βρέφος από την αγαπημένη αγκαλιά του πατέρα του./ Τέτοια ήταν η τύχη μου. Και έκτοτε πώς θα μπορούσα να μην προσεύχομαι/άλλος κανείς να μη γνωρίσει ποτέ τέτοια τυρανική εξουσία;». Πρβλ. επίσης γαλλ. μτφρ. του Henri Grégoire, στο De la littérature des nègres ou Recherches sur leurs facultés intellectuelles, leurs qualités morales et leur littérature [1801]: «En lisant ces vers, Mylord, vous demanderez avec surprise d’où me vient cet amour de la liberté ? à quelle source j’ai puisé cette passion du bien général, apanage exclusif des âmes sensibles ? Hélas! au printemps de ma vie un destin cruel m’arracha des lieux fortunés qui m’avoient vu naître. Quelles douleurs, quelles angoisses auront torturé les auteurs de mes jours! Il étoit inaccessible à la pitié, il avoit une âme de fer le barbare qui ravit à un père son enfant chéri. Victime d’une telle férocité, pourrois-je ne pas supplier le ciel de soustraire tous les êtres aux caprices des tyrans?».

[ii] Βλ. Henry Louis Gates Jr, The Trials of Phillis Wheatley: America’s First Black Poet and Her Encounters with the Founding Fathers, Νέα Υόρκη, Basic Books, 2003, σ. 44.

[iii] Henry Louis Gates Jr, «Mister Jefferson and the Trials of Phillis Wheatley», 31st Jefferson Lecture in the Humanities at the Ronald Reagan International Trade Center, 22 Μαρτίου 2002.

[iv] Poems on Various Subjects Religious and Moral, by Phillis Wheatley, Negro Servant, etc., Λονδίνο, 1773.

[v] Βλ. Kirstin Wilcox, «The Body into Print: Marketing Phillis Wheatley», American Literature, τόμ. 71, τχ. 1, 1999.

Publicités