Anne Tristan, Για να νικήσουμε τον φασισμό…

par panos

Anne Tristan, « Για να νικήσουμε τον φασισμό, χρειαζόμαστε ένα διεθνιστικό-ταξικό πρόταγμα και οργάνωση », Ενθέματα, Σεπτέμβριος, 2014 (fr-gr)

συνέντευξη Δημήτρης Κουσουρής, μετάφραση Πάνος Αγγελόπουλος, επιμέλεια Στρατής Μπουρνάζος

 *

Ασχολείστε χρόνια, και σαν αγωνίστρια και σαν ερευνήτρια, με την Άκρα Δεξιά. Ποιες είναι οι βασικές αλλαγές στην Άκρα Δεξιά και το αντιφασιστικό κίνημα της Γαλλίας από το 1987, όταν εκδόθηκε το βιβλίο σας «Στο μέτωπο»;

Τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια το Εθνικό Μέτωπο (ΕΜ) έχει ενισχυθεί σημαντικά και αποκτήσει εξίσου σημαντική πολιτική εμπειρία. Το 1986, τα εκλογικά του προπύργια περιορίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στον Νότο της Γαλλίας. Σήμερα, έχει εξαπλωθεί στο σύνολο της χώρας, καθώς χιλιάδες γάλλοι πολίτες το στηρίζουν με την ψήφο τους σε τοπικό επίπεδο.

Επίσης, οι προτάσεις του για τη μετανάστευση είναι πια τόσο διαδεδομένες –ακόμα και μεταξύ ανθρώπων οι οποίοι εξακολουθούν να ψηφίζουν Αριστερά–, κι έτσι το ΕΜ έχει πια αλλάξει τη βασική του επιχειρηματολογία. Προβάλλει τον εαυτό του –και ακολούθως οικοδομείται– σαν κόμμα κυβερνητικό, ικανό να διεκδικήσει και ασκήσει την εξουσία. Διεξάγει πια μια συστηματική ιδεολογική μάχη γύρω από αυτή τη θεματική. Στόχος του είναι να καταγράψει ένα ποσοστό της τάξης του 30% με 35% στις προεδρικές εκλογές. Η ηγεσία του γνωρίζει πολύ καλά ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα σήμαινε την πλήρη αποσύνθεση των άλλων πολιτικών σχηματισμών, και ότι υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα χρειαζόταν καν να αποκτήσει την απόλυτη πλειοψηφία για να αναλάβει την εξουσία. Και δεν ξέρω αν, υπό τις παρούσες συνθήκες, μπορεί να αποτραπεί ένα εκλογικό αποτέλεσμα της τάξης του 30%.

Σε ό,τι αφορά το αντιφασιστικό κίνημα, αυτό γνώρισε μια κορύφωση κατά τη δεκαετία του 1990, αλλά δεν υπήρξε ποτέ μαζικό. Στο διάστημα 1990-2002, οργανώθηκαν διαδηλώσεις ενάντια στο ΕΜ σε εθνικό επίπεδο με πρωτοβουλία οργανώσεων (κομμάτων της Αριστεράς και της ριζοσπαστικής Αριστεράς, συνδικάτων, συλλογικοτήτων υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή των αξιών της Γαλλικής Δημοκρατίας κ.λπ.). Επιπλέον, υπήρχε ένα δίκτυο από τοπικές ενωτικές συλλογικότητες σε περισσότερες από εκατό πόλεις. Το δίκτυο αυτό είχε στηθεί από ενεργά μέλη συλλογικοτήτων ή κομμάτων, κάποιες φορές ακόμα και από ανένταχτους αγωνιστές, οι οποίοι δρούσαν εμφορούμενοι από προσωπικά αλλά σε κάθε περίπτωση δημοκρατικά ιδεώδη.

Σήμερα, το κίνημα αυτό έχει φυλλορροήσει. Διατηρούνται ακόμα κάποιες τοπικές ενωτικές πρωτοβουλίες, αλλά είναι ολοένα και πιο σπάνιες. Παρ’ όλα αυτά, σε εθνικό επίπεδο, η CONEX (Εθνικό Συντονιστικό ενάντια στην Ακροδεξιά) συνεχίζει μια δουλειά επαγρύπνησης, ευαισθητοποίησης και κινηματικών καλεσμάτων, η οποία όμως συναντά μειωμένη ανταπόκριση. Σε συνδικαλιστικό επίπεδο, η VISA (Εγρήγορση Συνδικαλιστικών Αντιφασιστικών Πρωτοβουλιών), πολυσυλλεκτικό σχήμα συνδικάτων ενάντια στην προπαγάνδα του ΕΜ στους χώρους εργασίας, συνεχίζει με επιμονή το έργο της, χωρίς να αποθαρρύνεται από τα πολύ χαμηλά ποσοστά συνδικαλιστικής ένταξης που καταγράφονται στη Γαλλία.

Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, η όξυνση των ανισοτήτων καθιστά ολοένα και πιο εύθραυστους τους κοινωνικούς δεσμούς και ολοένα και πιο δύσκολες τις πολιτικές αντιστάσεις και απαντήσεις.

Η έρευνά σας είχε ξεκινήσει από τη Μασσαλία…

Το 1986, στις βόρειες συνοικίες της Μασσαλίας –όπου είχα πραγματοποιήσει και τη δημοσιογραφική μου έρευνα πάνω στην τοπική τακτική του ΕΜ–, υπήρχαν ήδη κάποια εκλογικά κέντρα όπου το ΕΜ είχε καταγράψει ποσοστά μέχρι και 38%. Εκεί, οι άνεργοι ήταν πολλοί, και στις κοινωνικές κατοικίες πολλές οικογένειες διέθεταν προς υπενοικίαση ένα υπνοδωμάτιο του διαμερίσματός τους (κάτι που απαγορεύει ο νόμος), προκειμένου να βγάλουν τα έξοδα του μήνα.

Ωστόσο, ακόμα περισσότερο από την ήδη εδραιωμένη οικονομική κρίση, αυτό που ήταν εντυπωσιακό στις συγκεκριμένες γειτονιές ήταν η ερήμωσή τους από πολιτικές παρεμβάσεις. Παρόλο που οι μεγαλύτεροι διατηρούσαν ακόμα στη μνήμη τους τις εξεγερσιακές απεργίες του 1947 ή τις μαζικές κινητοποιήσεις κατάληψης κατοικιών στις οποίες είχαν συμμετάσχει, τα κόμματα της Αριστεράς, τα συνδικάτα και οι συλλογικότητες ήταν πια άφαντα στην γειτονιά: καμία αφισοκόλληση, κανένα μοίρασμα προκηρύξεων… Επρόκειτο ήδη για μεγάλη οπισθοχώρηση· μια οπισθοχώρηση, βέβαια, η οποία εν μέρει εξηγείται από το γεγονός ότι το κλείσιμο των εργοστασίων είχε αποδεκατίσει και τις υπάρχουσες πολιτικές δομές.

Έκτοτε, στις βόρειες συνοικίες της Μασσαλίας είχαμε την ανάδυση και την ισχυροποίηση ενός δικτύου διακίνησης ναρκωτικών, που δημιουργεί χρήμα, υποκαθιστώντας τις χαμένες πια θέσεις εργασίας. Όσοι εμπλέκονται στο εν λόγω εμπόριο υφίστανται διαρκώς πιέσεις, αφενός από τους αρχηγούς των συμμοριών, αφετέρου από την αστυνομία. Και εξυπακούεται ότι οι πιέσεις αυτές έχουν αντίκτυπο στο σύνολο των κατοίκων. Μια τοπική συλλογικότητα αλληλεγγύης που συγκροτήθηκε στην περιοχή δεν έτυχε της απαιτούμενης υποστήριξης· ελλείψει πολιτικής στήριξης, τα μέλη της δεν κατόρθωσαν να αποτρέψουν την κατάκτηση της δημαρχίας από το ΕΜ στις τελευταίες δημοτικές εκλογές, την άνοιξη του 2014.

Ποιους άλλους λόγους διακρίνετε για την υποχώρηση των αντιφασιστικών κινημάτων;

Υπάρχει ένας ακόμα σοβαρός λόγος που μπορεί να εξηγήσει την υποχώρηση τόσο του αντιφασιστικού και άλλων αντίστοιχων κινημάτων: το κύμα ισλαμοφοβίας, που έχει πλήξει σύνολο της Αριστεράς. Λειτουργώντας σχεδόν όπως η υπόθεση Ντρέιφους, η απαγόρευση της μαντίλας, αρχικά στο σχολείο κι έπειτα στους δημόσιους οργανισμούς, προκάλεσε μια διχαστική αντιπαράθεση στους κόλπους κάθε οργάνωσης. Στο όνομα του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους κάποιοι δέχονται την απαγόρευση, φτάνοντας μάλιστα μέχρι το σημείο να αρνούνται σε μια συντρόφισσά τους που φορά μαντίλα να μιλήσει για λογαριασμό της οργάνωσής τους. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι η απαγόρευση της μαντίλας είναι έωλη και απαράδεκτη, αφού λειτουργεί τιμωρητικά για άτομα τα οποία είναι ήδη θύματα σεξιστικών και ρατσιστικών διακρίσεων.

Και ενόσω διεξάγονται αυτές οι σκληρές αντιπαραθέσεις, όλος ο κόσμος κάνει σαν να ξεχνά ότι, στη δεκαετία του 1980, οι πρώτοι που έθεσαν το υποτιθέμενο πρόβλημα για την θέση του Ισλάμ στην Ευρώπη ήταν τα επιτελεία της φαλκίδευσης και της παραπληροφόρησης, που εκφράζονταν μέσα από τα περιοδικά της Ακροδεξιάς…

Θεωρώ πάντως ότι αυτές οι πυρετώδεις αντιπαραθέσεις αποκάλυψαν τα ίχνη που έχει αφήσει πίσω της η αποικιοκρατική ιστορία της Γαλλίας. Η κοινωνία μας σφυρηλατήθηκε και διατηρεί τα χαρακτηριστικά που της προσέδωσε η Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία και ο Ζυλ Φερύ, ο υπουργός της που καθιέρωσε την υποχρεωτική εκπαίδευση για όλες και όλους ενώ την ίδια στιγμή δικαιολογούσε τις αποικιοκρατικές κατακτήσεις, αναγνωρίζοντάς τους μια εκπολιτιστική ή ειρηνευτική αποστολή.

Αλλά ακόμα και κατά τον 19ο αιώνα, μόνο μια μικρή μειοψηφία του εργατικού κινήματος –ακόμα και μεταξύ των Κομμουνάρων– ήταν ενάντια στην αποικιοκρατία. Το ίδιο συνέβη και τον 20ό αιώνα, κατά τη διάρκεια των εθνικοαπελευθερωτικών πολέμων. Τα μετέπειτα χρόνια, αυτή η ιστορία δεν ευνόησε την εγγύτητα και την αλληλεγγύη ανάμεσα σε πρώην αποικιοκράτες εργάτες και πρώην αποικιοκρατούμενους εργάτες — μόνο κατ’ ευφημισμό θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε κάτι τέτοιο. Και αυτό ακριβώς πληρώνουμε ακόμα· και μάλιστα ακριβά.

Προχωράω σε δύο ζητήματα που μας έχουν απασχολήσει πολύ στην Ελλάδα. Πώς αντιμετωπίζουμε τη διείσδυση της Άκρας Δεξιάς στο κράτος, τη «φιλική» στάση της Αστυνομίας και της Δεξιάς; Και, επίσης, πώς αντιμετωπίζουμε την εντυπωσιακή απήχηση της Άκρας Δεξιάς σε λαϊκές γειτονιές, που βιώνουν έντονα την κρίση;

Προτιμώ να μην απαντήσω στην ερώτηση σχετικά με το κράτος, διότι δεν διαθέτω επαρκείς και πρόσφατες πληροφορίες· δεν είμαι καν σίγουρη ότι θα έθετα το ερώτημα με αυτούς τους όρους. Σε κάθε περίπτωση, τα συνδικάτα μέσα στην αστυνομία είναι όλα ιδιαίτερα δεξιά. Εδώ και πολλά χρόνια, δεν υπάρχει κανένα σωματείο αστυνομικών που να διατρανώνει τις αξίες της Γαλλικής Δημοκρατίας. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, νομίζω ότι έθιξα κάποιες παραμέτρους του παραπάνω.

Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, τα πιο σημαντικά στοιχεία στον αγώνα ενάντια στην Ακροδεξιά, τόσο στη Γαλλία όσο και διεθνώς;

Αντιλαμβάνομαι την ερώτησή σας με τον ακόλουθο τρόπο: Ποιες πρέπει να είναι οι βασικές μέριμνες μιας αντιφασιστικής κινητοποίησης; Προσωπικά, διακρίνω δυο ζητήματα αποφασιστικής σημασίας. Το πρώτο είναι η μέριμνα για την οργάνωση και την προστασία των δημόσιων παρεμβάσεών μας. το δεύτερο η οικοδόμηση μορφών διεθνικής αλληλεγγύης.

Τα κόμματα της Ακροδεξιάς σήμερα δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να δημιουργούν πόλωση και να προσελκύουν αυτούς που ο Τρότσκυ αποκαλούσε «ανθρώπινη σκόνη», δηλαδή άτομα που έχουν χάσει τα σημεία αναφοράς τους και είναι εκ των πραγμάτων απομονωμένα, έξω από κάθε κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο.

Για να απαλείψουμε αυτό το φαινόμενο, πρέπει να ξεκινήσουμε αναδεικνύοντας συλλογικά στον δημόσιο χώρο έναν άλλο «πόλο». Ο αγώνας ενάντια στον φασισμό γίνεται στον δρόμο, μπροστά στα μάτια όλων. Η μορφή δε της δημόσιας παρέμβασης επαφίεται σε αυτούς οι οποίοι τη διεξάγουν: πορεία, συγκέντρωση, γιορτή, θέατρο δρόμου; Δεν έχει μεγάλη σημασία. Το σημαντικό είναι οι περαστικοί να ακούσουν μια άλλη φωνή, ένα άλλο ρεφρέν από αυτό που έχει γίνει κυρίαρχο, εξαιτίας της μακροχρόνιας δουλειάς που έχει κάνει στην Ευρώπη η Ακροδεξιά.

Τέτοιες δημόσιες παρεμβάσεις πρέπει να προετοιμάζονται συλλογικά, και επίσης η ευθύνη για την οργάνωσή τους να είναι συλλογική. Οι ομάδες περιφρούρησης και η αυτοπροστασία είναι δυο ζητήματα που έχουν χαθεί από τον ορίζοντα πολλών εργατικών οργανώσεων. Στη Γαλλία, ακόμα και στην μεγάλη ετήσια συνάντηση της Αριστεράς, τη Γιορτή της Ηumanité, η περιφρούρηση είναι περισσότερο στα χέρια εταιρειών φύλαξης παρά υπόθεση των μελών του κόμματος! Αν το ζήτημα της αυτοοργάνωσης σε ό,τι αφορά την αυτοπροστασία δεν ληφθεί αμέσως και σοβαρά υπόψη, ελλοχεύει ένας κίνδυνος: οι νέοι αγωνιστές να σκορπίσουν στο πρώτο σοβαρό χτύπημα, χωρίς καν να έχουν προλάβει να δώσουν την σκυτάλη. Και φαντάζομαι ότι κανείς αγωνιστής δεν έχει διάθεση να χαντακώσει την επόμενη γενιά.

Το δεύτερο σημείο άπτεται της διεθνικής αλληλεγγύης. Ο αγώνας ενάντια στην Ακροδεξιά σημαίνει ταυτόχρονα ότι δεν θα επιτρέψουμε –ότι δεν θα επιτρέψουμε ποτέ ξανά– να μπουν σύνορα και συρματοπλέγματα ανάμεσα στους ανθρώπους· ότι δεν επιτρέψουμε πια ούτε φακέλωμα ούτε διακρίσεις, διοικητικές και κοινωνικές.

Επομένως, η αντιφασιστική δουλειά είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τον αγώνα ενάντια στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς τύπου Σένγκεν, ενάντια στους αντιμεταναστευτικούς νόμους, ενάντια στις ιδιωτικές εταιρείες που επιφορτίζονται με το έργο της επιτήρησης των μεταναστών, ενάντια στις διακρατικές συνεργασίες αστυνομικού χαρακτήρα τύπου Frontex, καθώς και σε όλες τις εκφάνσεις των παραπάνω.

Σε ποιο σημείο βρισκόμαστε όσον αφορά αυτό που λέτε;

Στη Γαλλία, κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου δεδομένο. Η εθνική προτίμηση σε ό,τι αφορά την εργασία, δηλαδή η προτεραιότητα των γηγενών έναντι των ξένων εργατών, εγγράφεται στις συνήθειες των γαλλικών κυβερνήσεων από τη δεκαετία του 1930. Το 1974, με το τέλος της λεγόμενης «ένδοξης τριακονταετίας», η «εθνική προτίμηση» επανήλθε. Κι έπειτα, τη δεκαετία του 1990, επιβλήθηκε ακόμα και η απαγόρευση εργασίας στους αιτούντες άσυλο!

Το τροπάριο ότι «η Γαλλία δεν μπορεί να υποδεχτεί όλη τη μιζέρια του πλανήτη» εξακολουθεί να αναπαράγεται από εκλεγμένους εκπροσώπους, τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς. Συχνά μάλιστα, οι αριστεροί προσθέτουν με στόμφο ότι θα ήταν καλύτερο να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας στις χώρες προέλευσης παρά να παράσχεται βοήθεια στην χώρα υποδοχής. Κι όμως, όσοι λανσάρουν αυτή την ιδέα αποφεύγουν πεισματικά να την μετατρέψουν σε ένα σαφές, συνεκτικό και κοστολογημένο σχέδιο όπως συνέβη, λόγου χάρη με το Σχέδιο Μάρσαλ.

Καλούμαστε λοιπόν να διεξάγουμε μια πολιτιστική μάχη στον δημόσιο χώρο, και για την ακρίβεια παίρνοντας σβάρνα τους δρόμους. Αλλά αυτή η μάχη δεν έχει νόημα παρά αν διεξάγεται από μόνιμους κατοίκους και νομάδες μαζί, ταυτόχρονα από μη μετανάστες και μετανάστες, σημερινούς και μελλοντικούς… Εν ολίγοις, δεν έχει νόημα παρά μόνο αν οι πρωτοβουλίες συντονίζονται από κοινού από οργανώσεις με διαφορετικούς γεωγραφικούς ορίζοντες. Και χρειάζεται επίσης να ορίσουμε έναν χρονικό ορίζοντα, ώστε πολύ σύντομα οι αντιφασιστικές συγκεντρώσεις στην Ευρώπη να αποκτήσουν τον ίδιο πολύχρωμο και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα που έχουν καθημερινά στον δρόμο οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί. Και αυτό να συμβεί όχι ως απάντηση σε κάποια πολιτική εργαλειοποίηση αλλά στη βάση των κοινών μας πεποιθήσεων.

Ποια θεωρείτε ότι είναι τα ισχυρά σημεία και ποιες οι μεγαλύτερες αδυναμίες του σημερινού αντιφασιστικού κινήματος, στη Γαλλία και στην Ευρώπη;

Η δύναμή του είναι δυνητική: είναι η δύναμη να μπορούμε να στηριχτούμε σε έναν πραγματικό κόσμο, προϊόν αναμείξεων και επιμειξιών, σε αυτό το σύνολο των εργαζομένων που υφίστανται την ίδια και αυτή συνθήκη, τη διογκούμενη ανασφάλεια, με την πλάτη στον τοίχο. Η αδυναμία συνίσταται στο ότι δεν το έχουμε ακόμα συνειδητοποιήσει.

Η αδυναμία είναι επίσης να επιχειρηματολογούμε με όρους πλανητικούς όταν πρόκειται για τα περιβαλλοντικά προβλήματα, αλλά να ξεχνάμε αυτή τη διάσταση όταν πρόκειται για οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες υπεράσπισης θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ο αντιφασισμός δεν μπορεί να περιορίζεται αυστηρά στο πεδίο του αγώνα ενάντια στις οργανώσεις της Ακροδεξιάς. Ακόμα και αν δεν έχει καταλήξει σε πλήρως επεξεργασμένες προτάσεις, οφείλει τουλάχιστον να αφουγκράζεται και να λαμβάνει υπόψη του τους φόβους που γεννά η συγκυρία, από τους οποίους αντλούν τροφή και τέρψη τα φασιστικά κινήματα. Για παράδειγμα, όσον αφορά τις στρατιωτικές επεμβάσεις που διεξάγει αυτή τη στιγμή η Δύση (στη Σαχέλ, τη Μέση Ανατολή, τη Σομαλία), πρέπει να καταγγείλουμε το ότι καμία πολιτική δύναμη δεν τολμά να εγερθεί ενάντια στο στρατιωτικό λόμπυ της βιομηχανίας όπλων που επηρεάζει σε βάθος το πολιτικό προσωπικό (διοικητικό και εκλεγμένο) των κρατών, ότι καμία δύναμη δεν τολμά να πει ότι ο πόλεμος που μαίνεται δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προσθέτει χάος στο χάος.

Μπορούμε να θεωρήσουμε την άνοδο των διαφόρων μορφών της Άκρας Δεξιάς, στα ανατολικά και δυτικά της ηπείρου, ως σύμπτωμα μιας αντιδραστικής αλλαγής στην Ε.Ε.; Μήπως ήρθε η ώρα για τη σύγκλιση των ευρωπαϊκών αντιφασιστικών κινημάτων; Και αν ναι, ποια είναι τα βήματα;

Πρόκειται αναμφίβολα –εξ ορισμού, θα έλεγα– για ένα σύμπτωμα αντίδρασης και οπισθοδρόμησης. Η ζωή όλων μας έχει διαμορφωθεί από ανθρώπους που προέρχονται από εδώ και από αλλού.

Απέναντι σε αυτή τη δίνη της καλώς εννοούμενης παγκοσμιοποίησης, το μόνο πράγμα που έχει να προτείνει η Ακροδεξιά είναι η ανέγερση τειχών, περισσότερων ακόμα απ’ όσα ήδη υπάρχουν! Την επιστροφή σε ιδέες που παραπέμπουν σε δυο αιώνες πριν (τον εθνικισμό, την εθνική περιχαράκωση και το μίσος για τους εργάτες το οποίο κρύβεται κάτω από το πέπλο μιας δήθεν υπεράσπισης των «μικρών και αδυνάτων»), ιδέες τις οποίες θεωρούσαμε πως είχε συμπαρασύρει μαζί της η κατάρρευση του φασισμού και του ναζισμού το 1945.

Η δική μας απάντηση είναι η σύγκλιση και η αλληλεγγύη! Σύγκλιση σε επίπεδο ευρωπαϊκό, για να μοιραστούμε εμπειρίες και ακολούθως να οικοδομήσουμε κοινό μέλλον και κοινά σχέδια. Σύγκλιση και αλληλεγγύη και πέρα από τα όρια της Ευρώπης, με κάθε ομάδα που μάχεται ανοιχτά για την προώθηση των ελευθεριών και την αξιοπρέπεια όλων.

Τελειώνοντας, θα θέλαμε ένα μήνυμα ή ένα σχόλιο, όσον αφορά την άνοδο της Άκρας Δεξιάς.

Ένα μήνυμα αλληλεγγύης: Η Άκρα Δεξιά κερδίζει παντού όπου οι αντίπαλοί της είτε οπισθοχωρούν είτε μένουν αποσβολωμένοι, όπως τα έντομα που πιάνονται στον ιστό της αράχνης. Εμείς όμως δεν είμαστε έντομα. Ο αγώνας μας δεν υπακούει στους νόμους της φύσης. Είναι αγώνας πολιτικός. Και ο πολιτικός αγώνας οργανώνεται· και, αφ’ ής στιγμής οργανωθεί, κερδίζεται.

Publicités