Nathalie Heinich, Κοινωνιολογία της τέχνης

par panos

Nathalie Heinich, Κοινωνιολογία της τέχνης, Πλέθρον, 2014 (fr-gr)

(Nathalie Heinich, La sociologie de l’art, La Découverte, « Repères », 2004)

μετάφραση Πάνος Αγγελόπουλος, επιμέλεια Κωνσταντίνος Βασιλείου

ISBN 978-960-348-258-1, Σελίδες 152

Εδώ, η εισαγωγή του βιβλίου

* 

Εισαγωγή

Μια έρευνα που έγινε πριν χρόνια στην Ιταλία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι μόλις 0,5% της κοινωνιολογικής παραγωγής μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο της κοινωνιολογίας της τέχνης[1]. Ένα τέτοιο συμπέρασμα μάς υπαγορεύει να κάνουμε δυο παρατηρήσεις, οι οποίες μάλιστα οδηγούν ευθύς εξαρχής στην καρδιά του προβλήματος που θέτει ο συγκεκριμένος επιστημονικός κλάδος

Αφενός, τα κριτήρια καθορισμού των ορίων του παραμένουν ιδιαιτέρως ρευστά, καθιστώντας δύσκολη τη συμφωνία σχετικά με το τι ακριβώς περιλαμβάνει και τι όχι. Αφετέρου, η σημασία και η βαρύτητά του δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αποτιμηθούν σε ποσοτικούς όρους, εφόσον το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο αναδεικνύει μείζονα διακυβεύματα για την κοινωνιολογία συνολικά και υποβάλλει σε διαρκή δοκιμασία τα όριά της.

Αν είναι τόσο δύσκολο να ορίσουμε τα ακριβή όρια της κοινωνιολογίας της τέχνης, είναι γιατί αυτή βρίσκεται σε άμεση εγγύτητα όχι μόνο με τις επιστήμες που επιλαμβάνονται παραδοσιακά του ίδιου αντικειμένου (ιστορία της τέχνης, κριτική, αισθητική) αλλά και με τις συναφείς με την κοινωνιολογία κοινωνικές επιστήμες (ιστορία, ανθρωπολογία, ψυχολογία, οικονομία, δίκαιο). Ως εκ τούτου, μια έρευνα που θα διεξαγόταν επί του συνόλου αυτών των επιστημών θα επέδιδε μάλλον μεγαλύτερο βάρος στην κοινωνιολογία της τέχνης, δεδομένου ότι ο εν λόγω τίτλος διεκδικείται από μια γνωστική περιοχή που υπερβαίνει κατά πολύ εκείνη της κοινωνιολογίας.

Οι κοινωνιολόγοι που επιδίδονται στη μελέτη της τέχνης, παρατηρούσε ένας άγγλος ερευνητής στη δεκαετία του 1960, δεν διαφέρουν καθόλου από τους κοινωνικούς ιστορικούς, τους ιστορικούς τέχνης ή τους κριτικούς τέχνης[2] : η παρατήρηση παραμένει έως τις μέρες μας έως έναν βαθμό καίρια.

Κοινωνιολογία των κοινωνιολόγων της τέχνης

Κατ’αρχήν, ποιοι είναι οι κοινωνιολόγοι της τέχνης ; Το ερώτημα επιδέχεται δυο απαντήσεις : μια ιστορική, υπό όρους γενεαλογίας, και μια κοινωνιολογική, υπό όρους επαγγελματικού καθεστώτος. Ας ξεκινήσουμε από την δεύτερη, αναζητώντας το καθοδηγητικό μας νήμα στην κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην κοινωνιολογία της τέχνης : άλλωστε μια σύντομη κοινωνιολογία των θεσμών εντός των οποίων εργάζονται οι κοινωνιολόγοι της τέχνης αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή στις διαφορετικές διανοητικές παραδόσεις που διασταυρώνονται στο εσωτερικό αυτού του επιστημονικού πεδίου.

Οι κοινωνιολόγοι της τέχνης βρίσκονται κατ’αρχήν στο πανεπιστήμιο : είναι ο χώρος από τον οποίο έλκουν τη μακρινή καταγωγή τους. Παραδόξως, έχουμε περισσότερες πιθανότητες να τους συναντήσουμε σε σχολές και τμήματα ιστορίας της τέχνης ή λογοτεχνίας παρά κοινωνιολογίας – εύγλωττη απόδειξη ότι το εν λόγω γνωστικό αντικείμενο υπερκεράζει τη συγκεκριμένη επιστήμη. Σε αυτό το πλαίσιο, πρόκειται συνηθέστερα για μια κοινωνιολογία επικεντρωμένη στα έργα, στον σχολιασμό και την ερμηνεία τους. Διατηρεί στενές σχέσεις με την ιστορία, την αισθητική, τη φιλοσοφία ή ακόμη την κριτική της τέχνης. Τα συμπεράσματά της δημοσιεύονται σε εξειδικευμένες επιθεωρήσεις και επιστημονικά συγγράματα. Η μόνη εξειδικευμένη επιθεώρηση που καλύπτει το συγκεκριμένο πεδίο στη γαλλική γλώσσα είναι η Sociologie de l’art, η οποία ωστόσο παρέμεινε περιθωριακή από τη δημιουργία της, τη δεκαετία του 1990.

Πολύ διαφορετική είναι η κοινωνιολογία της τέχνης που ασκείται από ερευνητικούς φορείς, όπως είναι, για παράδειγμα, οι υπηρεσίες ή τα κέντρα μελετών κάποιων μεγάλων διοικητικών οργανισμών – φαινόμενο πρόσφατο το οποίο μπορούμε να παρατηρήσουμε στην τελευταία γενιά ερευνητών. Στο πλαίσιο αυτό χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο η στατιστική μέθοδος, ενώ τα έργα δεν μελετώνται καθόλου : τα βασικά αντικείμενα της έρευνας είναι οι θεσμοί, το κοινό, οι χρηματοδοτήσεις, οι αγορές, οι παραγωγοί. Τα πορίσματα είθισται να διακινούνται υπό τη μορφή εκθέσεων – τη λεγόμενη «γκρίζα βιβλιογραφία» – και μόνο κατ’εξαίρεση υπό τη μορφή συγγραμμάτων στα οποία έχει πρόσβαση το ευρύ κοινό.

Ένα τρίτο πλαίσιο, τέλος, είναι αυτό των ερευνητικών ιδρυμάτων : ινστιτούτα ή εκπαιδευτικά ιδρύματα στο εξωτερικό, CNRS, EHESS ή Grandes Écoles στην Γαλλία[3]. Σε αυτά, η παραγωγή ποικίλει καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα το οποίο εκτείνεται από τον επιστημονικό σχολιασμό μέχρι τη στατιστική ανάλυση · μεταξύ των δυο, η ποιοτική έρευνα – συνεντεύξεις, παρατήρηση – βρίσκει εδώ πιο ευνοϊκές συνθήκες απ’ό,τι στο πανεπιστήμιο ή στους διοικητικούς οργανισμούς. Λιγότερο εξαρτημένη τόσο από τις ακαδημαϊκές υποχρεώσεις όσο και από τα κοινωνικά αιτήματα για στήριξη στη λήψη αποφάσεων, αυτή η κοινωνιολογία της τέχνης είναι εν πολλοίς απαλλαγμένη αφενός από τις κανονιστικές λειτουργίες (την καθιέρωση της αισθητικής αξίας), ιδιαιτέρως παρούσες στις πανεπιστημιακές προβληματικές, αφετέρου από τις λειτουργίες της πραγματογνωμοσύνης, καθοριστικές στις υπηρεσίες μελετών. Ως εκ τούτου, φαίνεται να ανταποκρίνεται με καλύτερο τρόπο από τις δυο προηγούμενες στα κριτήρια της θεμελιώδους έρευνας, επειδή επικεντρώνεται στο έργο μιας ενδελεχούς εξέτασης. Σε αυτό ίσως οφείλεται και το γεγονός ότι οι δημοσιεύσεις της χαίρουν πολύ μεγαλύτερης απήχησης στους κόλπους του ίδιου του γνωστικού κλάδου, κάποιες φορές μάλιστα και πέραν αυτού.

Για να προσεγγίσουμε την ιστορία της κοινωνιολογίας της τέχνης, θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας τις παραπάνω διακρίσεις : στην πραγματικότητα, και μέχρι την τελευταία γενιά της, η κοινωνιολογία της τέχνης δεν ασκήθηκε πουθενά αλλού εκτός από τις σχολές και τα τμήματα κοινωνιολογίας – όταν και εφόσον αυτά υπήρχαν.

Ένας σαφής προσδιορισμός των ειδικών χαρακτηριστικών της κοινωνιολογίας

Δεν υπάρχει μάλλον καμία άλλη περιοχή της κοινωνιολογίας στην οποία συνυπάρχουν τόσο ετερογενείς γενιές σκέψης και, έτσι, τόσο διαφορετικά κριτήρια ως προς τις επιστημονικές απαιτήσεις. Σε σύγκριση με τη διπλή παράδοση, αφενός της ιστορίας της τέχνης, η οποία πραγματεύεται τις σχέσεις ανάμεσα στους καλλιτέχνες και τα έργα, αφετέρου της αισθητικής, η οποία πραγματεύεται τις σχέσεις ανάμεσα στους θεατές και τα έργα, η κοινωνιολογία της τέχνης πάσχει ταυτόχρονα από τη νιότη της και από την πολλαπλότητα των σημασιών της, αντανακλώντας έτσι το πλήθος και την ποικιλία των ορισμών και των πρακτικών της κοινωνιολογίας.

Επιπλέον, η γοητεία που ασκεί συχνά το αντικείμενο της κοινωνιολογίας της τέχνης, καθώς και η αφθονία και πολυμορφία των λόγων που γεννά, δεν ευνοούν καθόλου μια σε βάθος διερεύνηση των μεθόδων, των εργαλείων ή των προβληματικών της. Πώς να διαμορφώσουμε μια ειδικά κοινωνιολογική προσέγγιση όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια περιοχή που έχει ήδη υπερεπενδυθεί από αναρίθμητες εργασίες (αρκεί να αναλογιστούμε τις πληθωρικές βιβλιογραφίες στις οποίες είναι καταδικασμένη να ανατρέξει η παραμικρή έρευνα πάνω σε έναν συγγραφέα ή ένα ρεύμα που έχουν ήδη μελετηθεί από την ιστορία της τέχνης), και συνεπώς έχει φορτιστεί με αξιακές κρίσεις ;

Η τέχνη και η λογοτεχνία αποτελούν ένα πρόσφορο αντικείμενο για την ανθρωπιστική παράδοση η οποία θα ήθελε να καταστήσει τον κοινωνιολόγο μια ολοκληρωμένη μορφή του «χρηστού και έντιμου ανθρώπου», γιατί είναι από μόνες τους αντικείμενα μελέτης που προσδίδουν αξία, έλκοντας a priori το ενδιαφέρον κάθε ανθρώπου εξοικειωμένου με τις αξίες της πνευματικής καλλιέργειας. Αυτό όμως τις κάνει επίσης ένα κακό αντικείμενο για τον κοινωνιολόγο, από τη στιγμή τουλάχιστον που αυτός δεν θέτει ως πρωταρχική του μέριμνα να «μιλήσει για την τέχνη» αλλά να κάνει καλή κοινωνιολογία χωρίς να προβάλει τις δικές του αξιώσεις στις ιδιότητες του αντικειμένου του. Παρ’όλα αυτά, επειδή κάποιες φορές το αντικείμενο μοιάζει να αρκεί από μόνο του για να δικαιολογήσει το ενδιαφέρον μιας μελέτης, γέννησε πολλές εργασίες, οι οποίες δεν έχουν κανέναν άλλον λόγο να μνημονεύονται στο μάλλον παρά εν είδει ντοκουμέντων για την ιστορία των κοινωνικών επιστημών. Ως τέτοιες θα παραθέσουμε εδώ κάποιες από αυτές.

Για τους παραπάνω λόγους, ένας σαφής προσδιορισμός του τι ακριβώς εμπίπτει στο ειδικό πεδίο της κοινωνιολογίας – πέρα από το ενδιαφέρον που μπορούμε να τρέφουμε για το αντικείμενό της – μας φαίνεται απολύτως αναγκαίος σε ό,τι αφορά την κοινωνιολογία της τέχνης. Μολονότι πρόκειται για μια μέριμνα την οποία δεν συμμερίζεται το σύνολο των κοινωνιολόγων της τέχνης, θα αποτελέσει το καθοδηγητικό νήμα της παρουσίασής μας και των προβλημάτων που θα θίξουμε.

Η ιδιαιτερότητα της τέχνης

Ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα που χρήζει επίλυσης είναι η οριοθέτηση του αντικειμένου που προσιδιάζει στην κοινωνιολογία της τέχνης. Συχνά αυτή συγχέεται ή συνδέεται με την κοινωνιολογία της «κουλτούρας». Ως γνωστόν, ο συγκεκριμένος όρος είναι πολυσήμαντος, κυρίως εξαιτίας της απόκλισης ανάμεσα στη γαλλική σημασία, η οποία εστιάζει στις πρακτικές που σχετίζονται με τις τέχνες, και την αγγλοσαξωνική σημασία, ευρύτερη και πιο ανθρωπολογική, η οποία σχετίζεται με τα ήθη ή τον πολιτισμό μιας δεδομένης κοινωνίας[4].

Εδώ θα πραγματευτούμε μόνο ό,τι αφορά τις «τέχνες» με την αυστηρή έννοια του όρου, δηλαδή τις πρακτικές δημιουργίας που έχουν αναγνωριστεί ως τέτοιες – εξάλλου ένας από τους στόχους της κοινωνιολογίας της τέχνης είναι να μελετά τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες μπορεί να συντελεστεί μια τέτοια αναγώριση, με τις παραλλαγές της στον χρόνο και το χώρο. Επομένως, δεν θα αναφερθούμε ούτε στη διασκέδαση, ούτε στα ΜΜΕ, ούτε στην καθημερινή ζωή, ούτε στην αρχαιολογία, ενώ θα θίξουμε μόλις και μετά βίας το ζήτημα της [πολιτιστικής] κληρονομιάς. Δεν θα καταπιαστούμε επίσης ούτε με τεχνογνωσίες της βιοτεχνίας, ούτε με αυθόρμητες μορφές δημιουργικότητας – τέχνη ναϊφ, παιδιών, έγκλειστων σε ψυχιατρικά ιδρύματα –, παρά μόνο αν έχουν ήδη ενταχθεί στο πλαίσιο της θεσμοθετημένης σύγχρονης τέχνης. Η επιλογή αυτή δεν απορρέει σε καμία περίπτωση από μια συγκεκριμένη στάση απέναντι στην εγγενή φύση της τέχνης (στάση άλλωστε που δεν εμπίπτει στις αρμoδιότητες της κοινωνιολογίας) · υπαγορεύεται απλά και μόνο από την ανάγκη οριοθέτησης της ειδικής περιοχής την οποία καλείται να καλύψει το συγκεκριμένο βιβλίο.

Τα διαφορετικά ρεύματα της κοινωνιολογίας της τέχνης έτυχαν μέχρι σήμερα μιας ανισομερούς ανάπτυξης, ανάλογα με το αν αφορούν τις πλαστικές τέχνες, τη λογοτεχνία, τη μουσική, τις παραστατικές τέχνες, τον κινηματογράφο[5] ή τις εφαρμοσμένες τέχνες. Για λόγους χώρου και αναγνωσιμότητας, στο παρόν βιβλίο θα εστιάσουμε στις τρεις πρώτες και πλέον μελετημένες κατηγορίες, με μια ιδιαίτερη κλίση στις πλαστικές τέχνες, οι οποίες έχουν μέχρι τώρα πυροδοτήσει τις περισσότερες και ταυτόχρονα τις πιο πλούσιες σε νέες οπτικές μελέτες.

Στο πρώτο μέρος, θα στρέψουμε το ενδιαφέρον μας στην ιστορία της κοινωνιολογίας της τέχνης, διακρίνοντας τρεις γενιές, τόσο χρονολογικές όσο και διανοητικές : τη γενιά της κοινωνιολογικής αισθητικής, τη γενιά της κοινωνικής ιστορίας της τέχνης και τη γενιά της ερευνητικής κοινωνιολογίας. Στο δεύτερο μέρος, θα εστιάσουμε στην τελευταία από αυτές για να εκθέσουμε τα βασικά της πορίσματα σε συνάρτηση με τις βασικές της θεματικές : πρόσληψη, μεσολάβηση, παραγωγή και έργα. Στα συμπεράσματα, τέλος, θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε τα διακυβεύματα που εγείρει ο συγκεκριμένος γνωστικός κλάδος, ώστε να καταστεί σαφές γιατί συνιστά και μια πραγματική πρόκληση για την κοινωνιολογία στο σύνολό της. Διότι, αν η αποστολή της κοινωνιολογίας της τέχνης είναι η καλύτερη κατανόηση της φύσης των καλλιτεχνικών φαινομένων και της καλλιτεχνικής εμπειρίας, μια από τις συνέπειές της είναι να κάνει την κοινωνιολογία να στοχαστεί πάνω στον ίδιο τον ορισμό και τα όριά της.

Σημειώσεις

[1] Strassoldo R., La Forma e la funzione, Forum, Ούντινε, 1998.
[2] Barnett James H., « The Sociology of Art », Burlington Magazine, Λονδίνο, 1965, σ. 198.
[3] ΣτΜ. Το CNRS (Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας) είναι ο δημόσιος οργανισμός ανώτατης επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας της Γαλλίας, υπό την αιγίδα του υπουργείου Παιδείας. Η EHESS (Σχολή Ανώτατων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών) είναι δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας, ανεξάρτητο των Πανεπιστημίων. Οι Grandes Écoles ιδρύθηκαν τον 18ο αιώνα, καλύπτουν το φάσμα της ανώτερης εκπαίδευσης και αποσκοπούν στην στελέχωση του κρατικού μηχανισμού με υψηλά ειδικευμένο προσωπικό. Η εισαγωγή σε αυτές γίνεται κατόπιν εισαγωγικών εξετάσεων που προϋποθέτουν προπαρασκευή ενός ή δυο χρόνων μετά το απολυτήριο λυκείου. Σε αντίθεση με άλλα ιδρύματα και πανεπιστήμια τα οποία υπόκεινται στο υπουργείο Παιδείας, οι Grandes Écoles τελούν υπό την εποπτεία και την αιγίδα άλλων υπουργείων (Γεωργίας, Πολιτισμού, Άμυνας, Εξοπλισμού, Βιομηχανίας, Δικαιοσύνης, Υγείας, κ.λπ.).
[4] Cuche Denys, La notion de culture dans les sciences sociales, La Découverte (« Repères »), Παρίσι, 2004, 3η έκδ.
[5] Darré Yann, Histoire sociale du cinéma français, La Découverte (« Repères »), Παρίσι, 2000.

Publicités